Περιγραφή

Δικηγόρος
Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Νεάπολης-Συκεών
Μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Γιατί μετά, δε θα υπάρχει "μετά"


Το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου, σχεδόν με επιτακτικό τρόπο επιβάλει τη συνεργασία περισσοτέρων των δύο πολιτικών δυνάμεων για το σχηματισμό κυβέρνησης. Με τον πιο γνήσιο τρόπο, αυτό της λαϊκής ετυμηγορίας, επιβάλλεται η λογική της «συνευθύνης» που προεκλογικά διατύπωσε το ΠΑΣΟΚ, με τρόπο ανεπίδεκτο διαφορετικής ερμηνείας, τοποθετώντας τις σοβαρές πολιτικές δυνάμεις στο δίλημμα: αγώνας υπέρ της πατρίδος, ή σκέψεις υπέρ κομματικών σκοπιμοτήτων.

Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε για ακόμη μία φορά το δεύτερο δρόμο. Τα «παραμύθια της Χαλιμάς» περί καταγγελίας του μνημονίου αποτέλεσαν τη νομιμοποιητική βάση περί «μίας υπεύθυνης αντιπολίτευσης», ενώ στην ουσία επιδιώκει την πολιτική ώσμωση των ετερόκλητων πολιτικών εσωτερικών συνιστωσών του, με στόχο την αξιοποίηση της φθοράς που η διακυβέρνηση θα επιφέρει στους κυβερνητικούς εταίρους, για τη «μελλοντική δικαίωση» της στάσης του.

Δυστυχώς η εύκολη ρητορική, αν και εδράζεται σε επιχειρήματα σοφιστικής προέλευσης, βρήκε πολλούς ωτακουστές, υιοθετήθηκε από όλους αυτούς που τόσα χρόνια παρασιτούσαν εις βάρος του Ελληνικού λαού, αλλά και από αυτούς που για δικούς τους λόγους, για τη δική τους προσωπική στεναχώρια ή δυστυχία, επέλεξαν μία αντισυστημική επιλογή, χωρίς τον υπολογισμό των όποιων συνεπειών για τη χώρα. Φυσικά, το ίδιο έργο έχει παιχτεί πολλάκις: στο βωμό του κομματικού συμφέροντος θυσιάζεται η ορθότητα εθνικών επιλογών. Εκεί ποντάρει ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως ξεχνάει πως μία αποτυχία σήμερα, δε θα αφήσει τίποτε όρθιο για μετά.

Ο δρόμος της νέας κυβέρνησης είναι –επιεικώς- δύσβατος. Η παρατεταμένη εκλογική περίοδος και το σύνολο των αρρυθμιών που επέφερε, επιδρούν αρνητικά στην ήδη βεβαρημένη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, με την ανεργία στο ζενίθ και την έλλειψη προοπτικής και σχεδίων να αποτυπώνεται στα μάτια κάθε Έλληνα. Η νέα κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει τη δυσπιστία των εταίρων μας αλλά και την επαναδιαπραγμάτευση των δυσμενών όρων του μνημονίου. Από την άλλη, καλείται να αξιοποιήσει και τη νέα δυναμική στην Ευρώπη που επιφέρει η εκλογή Ολάντ στη Γαλλία.

Μπροστά στον όγκο των προβλημάτων η εύκολη επιλογή είναι η παραίτηση ή η αποστασιοποίηση. Όμως μπροστά στο ζητούμενο της σταθερότητας για το μέλλον της χώρας κάθε τέτοια επιλογή είναι λιπόψυχη και εθνικά επιζήμια.

Η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ επιλέγουν το δρόμο της ευθύνης, έχοντας μπροστά τους μία και μοναδική πορεία, αυτή της αγόγγυστης προσπάθειας με μόνο στόχο την επιτυχία, γιατί κάθε τι άλλο, ισοδυναμεί με τη δική τους καταδίκη.

Το στοίχημα της επιτυχίας του κυβερνητικού εγχειρήματος δε μπορεί παρά να βασίζεται στην υπεύθυνη στάση, στη συνεχή προσπάθεια και στην ικανότητα των εμπλεκόμενων.

Το στοίχημα της ανάπτυξης επιβάλλει την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας και την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας.

Το στοίχημα της ελπίδας, επιβάλλει τη συμμετοχή στην κυβέρνηση ικανών, άφθαρτων, νέων προσώπων, προερχόμενων από την κοινωνία, γνώστες των προβλημάτων, χωρίς τη μυωπική αντιμετώπιση πολλών καταστάσεων που πολλές φορές επιφέρει η μακροχρόνια συμμετοχή σε υπουργικές θέσεις.

Η εθνική συνευθύνη απαιτεί σχέδιο, πρόγραμμα και επιμονή, σε έναν ορίζοντα σταθερότητας και μακράς διάρκειας. Η νέα κυβέρνηση οφείλει να έχει όλο αυτό το χρόνο μπροστά της να πάρει τα απαραίτητα μέτρα που θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη και τη σωτηρία της πατρίδας μας.

Η επιτυχία και μόνο αυτή, θα οδηγήσει τις ακραίες φωνές στην απομόνωση, και θα καθορίσει το «μετά» της χώρας. Για την ακρίβεια, το εάν θα υπάρχει «μετά».

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Τις (μας) πταίει ;


Κανένας ιστορικός μελετητής της Ελλάδας δε θα μπορέσει να αποφύγει την παρατήρηση πως  σχεδόν σε κάθε ιστορική πρόκληση, αντί να επιλέγουμε την εθνική ομοψυχία και τη συνεννόηση για το χειρισμό μίας κακής κατάστασης, επιλέγουμε να θυσιάσουμε μία ψύχραιμη εκτίμηση των επιλογών μας σε παιχνίδια κομματικών σκοπιμοτήτων που μπορεί να προσφέρουν σε ορισμένους μία ψευδαίσθηση διεκδικήσεων, αλλά επί της ουσίας επιφέρουν συνέπειες εθνικά καταστροφικές. 

Έτσι ακριβώς έχει και σήμερα η κατάσταση. Γιατί πως αλλιώς μπορεί να ερμηνεύσει κανείς τη στρατηγική της ΝΔ, η οποία προκάλεσε εκλογές για να διαλύσει μία βουλή με ορίζοντα δύο ακόμη ετών, εν μέσω κρίσης, διεκδικώντας μία αυτοδυναμία που παρασάγγας απείχε από την πραγματικότητα. Πως μπορεί να ερμηνεύσει κανείς τη σημερινή τακτική συγκρότησης ενός ηγεμονικού δεξιού πόλου μέσω της συγκέντρωσης στελεχών με αντικρουόμενες αντιλήψεις, παραπέμποντας σε συνασπιζόμενες δυνάμεις εκλογικής στόχευσης. 

Πως μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θεωρεί κάθε ευρωπαίο πολίτη τουλάχιστον κουτό, ώστε να τον απειλεί με την καταγγελία του μνημονίου, μέσω του οποίου ουσιαστικά κάθε ευρωπαίος πολίτης δανείζει τη χώρα μας, στερούμενος προνομίων που διαφορετικά θα είχε. Γιατί ακόμη και εάν κάποιος αποδεχτεί το –εξαιρετικά παράτολμο και καταφανώς ανήθικο- επιχείρημα πως δε μπορούν να μας οδηγήσουν στην έξοδο και άρα κάνουμε ότι θέλουμε, πως μπορεί να εξηγήσει ότι όλα αυτά τα κοινοβούλια που μας δανείζουν, τα οποία εκλέγονται και λογοδοτούν στους πολίτες τους, θα συνεχίζουν να το κάνουν σε μία χώρα νταή της Ευρώπης; Εκεί οι πολίτες δε θα αντιδράσουν; 

Πολλοί που αν και αντιλαμβάνονται την κατάσταση ως έχει, και κατανοούν την αντιφατικότητα των διακηρύξεων του ΣΥΡΙΖΑ, απαντούν ως εξής: «στην περίπτωση που αναδειχθεί πρώτο κόμμα και αναλάβει τη διακυβέρνηση θα αλλάξει στάση και ρητορική. Έχει ξαναγίνει». Όντως έχει ξαναγίνει, όμως σε διαφορετικούς χρόνους και σε διαφορετική εποχή. Δεν έχει ξαναγίνει με τη χρεοκοπία προ των πυλών, και μάλιστα με ορίζοντα τον Ιούλιο. 

Ακόμη και εάν ο ΣΥΡΙΖΑ αλλάξει τακτική μετά τις εκλογές, ουδόλως απίθανο στην πολιτική, δε θα έχει το χρόνο ούτε επαναδιαπραγμάτευση να κάνει, ούτε τους εταίρους μας να πείσει. Με άλλα λόγια, ο δρόμος που ο κ. Τσίπρας χαράζει σήμερα έχει δύο κατευθύνσεις μετεκλογικά: είτε την καταγγελία του μνημονίου και άρα χρεωκοπία άμεσα και άναρχα με τραγικές συνέπειες, είτε την ευθυγράμμιση με τις επιταγές των Ευρωπαίων και άρα πλήρη, σκληρή και άκαμπτη εφαρμογή του μνημονίου. 

Μία εθνικά υπεύθυνη στάση επιβάλλει τη διατύπωση μίας προοδευτικής κατεύθυνσης των αλλαγών που πρέπει να γίνουν. Πράγματι, το μνημόνιο αποτέλεσε μία εθνική ήττα, καθώς αποτύπωσε μία συνταγής περικοπών ως αποτέλεσμα της αδυναμίας του πολιτικού κόσμου ανάδειξης μίας πειστικής αντιπρότασης. 

Το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων είναι προοδευτική πρόταση. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τις αντιφάσεις του, έχοντας υιοθετήσει σχεδόν κάθε συνδικαλιστικό ρουσφέτι, αλλά και η ΝΔ με το παράδειγμα των «ταξί» φανερώνουν πολλά. 

Η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας είναι προοδευτική αντίληψη. Εάν όμως –μοιραία- οδηγήσει στην ανάγκη αξιολόγησης των υπαλλήλων, των προϊσταμένων αλλά και κάθε στελέχους της δημόσιας διοίκησης θα βρει το ΣΥΡΙΖΑ απέναντί του. 

Ένα σύγχρονο και ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι προοδευτική επιλογή. Όμως πάλι προσκρούει στη διακηρυγμένη θέση του «όχι σε όλα και σε καμία αλλαγή» που υιοθετεί ο ΣΥΡΙΖΑ. 

Οι εκλογές αυτές εκφράζουν έντονα την αγωνία για το μέλλον της χώρας. Το ΠΑΣΟΚ σήμερα μπορεί να έχει απολέσει το ηθικό του πλεονέκτημα, όμως μπορεί να αποτελέσει τη δύναμη διατύπωσης ενός εθνικού σχεδίου. Επειδή όμως στην πολιτική σημασία δεν έχει μόνο ΤΙ λες αλλά και ποιος είσαι εσύ που το λες, η ριζική του ανανέωση και όχι ανακύκλωση αποτελεί τη βασική, αναγκαία συνθήκη. Το εάν είναι ικανή, θα φανεί. 

Τα προβλήματα είναι γνωστά, και οι αναγκαιότητες που δημιουργούν πολλάκις καταγεγραμμένες. Δεν έχουμε σήμερα την πολυτέλεια για ένα νέο «τις πταίει», κυρίως γιατί μετά ακολουθεί το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». 

Ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του.