Περιγραφή

Δικηγόρος
Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Νεάπολης-Συκεών
Μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Η προοδευτική λογική υπαγορεύει ουσιαστικές λύσεις για τα «κόκκινα» δάνεια


Μετά το πέρας της επιτυχημένης ανακεφαλαιοποίησης των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών «φήμες» διαδίδονται για την πρόθεση της κυβέρνησης περαιτέρω υποστήριξής τους με την θεσμοθέτηση της δυνατότητας πώλησης του 20% των «κόκκινων δανείων» σε εισπρακτικές εταιρίες και με την άρση των περιορισμών στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας.

Αρχίζοντας από το πρώτο, εφόσον η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης ολοκληρώθηκε επιτυχώς, εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την σκοπιμότητά των μέτρων.

Στην Αμερική, οι ιδιωτικές τράπεζες πωλούσαν «κόκκινα δάνεια» σε άλλες ιδιωτικές τράπεζες, μέσα από την διαδικασία τιτλοποιήσεων. Αυτό συνέφερε τις πωλήτριες τράπεζες γιατί ξεφορτώνονταν από τους ισολογισμούς τους ζημιογόνα δάνεια, ενώ αυτό είχε όφελος και για τις αγοράστριες καθώς επρόκειτο για τράπεζες πιο εύρωστες οικονομικά, που προσέβλεπαν σε ενδεχόμενη ικανοποίηση του δανείου κατά ένα μέρος μελλοντικά, όταν -και εφόσον- οι δανειολήπτες θα είχαν ρευστό. Όλες όμως οι τράπεζες ήταν «συστημικές» και είχαν ενταχθεί σε μία ειδική διαδικασία συναλλαγών, όπου αποκλείονταν άλλοι μη συστημικοί παίκτες να αποκτήσουν συστημικό χρέος.

Στο παραπάνω πλαίσιο εμφανίζεται παράλογη η πώληση μέρους των κόκκινων δανείων σε ιδιωτικές εισπρακτικες εταιρίες, δηλαδή σε μη «τραπεζικά ιδρύματα συστημικού χαρακτήρα» καθώς η συνεισφορά τους στην εθνική οικονομία είναι απείρως μικρότερη συγκριτικά με ιδρύματα που έχουν επενδύσει κεφάλαια στην προσφορά τραπεζικών υπηρεσιών, ενώ περαιτέρω δε νομιμοποιούνται να αποκτήσουν χρέος ιδιωτών με αιτία που εντοπίζεται σε συναλλαγή δανειολήπτη με τράπεζα. Εξάλλου, με ποιόν αποτελεσματικότερο τρόπο –από τους υφιστάμενους- αυτές οι «ιδιωτικές εταιρίες» θα μπορέσουν να εισπράξουν το μη εξυπηρετούμενο χρέος ;

Σχετικά λοιπόν με την φημολογούμενη προσπάθεια των Τραπεζικών Ιδρυμάτων να πουλήσουν τα χρέη των στεγαστικών δανείων, που θεωρούν ότι είναι αδύνατο να εισπραχθούν, σε ιδιωτικές εταιρείες έναντι ποσοστού 20% επι της οφειλής τους, είναι απαραίτητη η θεσμοθετημένη προϋπόθεση της προηγούμενης πρότασης προς τον ίδιο το δανειολήπτη να αγοράσει την οφειλή του στο ίδιο τίμημα που έχει συμφωνηθεί με την εισπρακτική εταιρεία. Αυτή η στάση επιβάλλεται από τη δίκαιη και ηθική οπτική της προοδευτικής αντιμετώπισης του ζητήματος.

Αναφορικά με το ανακύπτον ζήτημα των πλειστηριασμών, ποιο το όφελος, αλήθεια, της άρσης των περιορισμών στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας σε αυτή την χρονική συγκυρία; Με τις τράπεζες να έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί ήδη, οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας δεν θα συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάκαμψή τους για τους εξής λόγους: (α) Τα ακίνητα δεν θα πιάσουν «την τιμή τους», καθώς είναι γνωστό πως στις αγορές η ανάγκη για ρευστό, αναγκαστικά ρίχνει τις τιμές και συνεπώς οι επώδυνοι συμβιβασμοί είναι αναπόφευκτοι. (β) Το διοικητικό και γραφειοκρατικό κόστος του πλειστηριασμού θα επιβαρύνει την ήδη «μειωμένη» τελική τιμή, καθώς οι πλειστηριασμοί κοστίζουν -περιλαμβάνουν αμοιβές επί μέρους δικηγόρων, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και το κόστος αυτό θα το επωμιστούν οι τράπεζες.

Οι περιορισμοί στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας έχουν καταρχάς θετικά αποτελέσματα, με πιο σημαντικά τη διατήρηση της τιμής της αγοράς των ακινήτων και την προστασία της αγοραστικής δύναμης των ιδιωτών, -η οποία μελλοντικά θα μπορούσε να είναι η κινητήρια δύναμη για την έξοδο από την ύφεση-. Φυσικά, η αποτροπή του τεράστιου κοινωνικού κόστους της απώλειας της πρώτης κατοικίας για τους ιδιοκτήτες και τις οικογένειές τους είναι αποφασιστικού χαρακτήρα για τη δυνατότητα της ελληνικής κοινωνίας να ορθοποδήσει, να διατηρήσει τη συνοχή της, να επιχειρήσει την ανάταση και την υπέρβαση, έστω και στο σημερινό δυσοίωνο περιβάλλον.

Η προοδευτική οπτική των σχεδιαζόμενων πολιτικών λαμβάνει υπ’ όψιν τη διεθνή πρακτική και τις ανάγκες της κοινωνίας, ουσιαστικά υπαγορεύοντας την ορθότητα των επιλογών μας, επιτρέποντας έτσι το –απαραίτητο δυστυχώς- μίγμα επιτακτικών και επίπονων μέτρων να μη στερεί στο βωμό πρόσκαιρων ωφελειών την προοπτική της κοινωνίας μας.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Οι Καθρέπτες δεν ψεύδονται…

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Καρφίτσα στις 31.08.2013

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτέλεσε για πολλά χρόνια το κυρίαρχο πολιτικό γεγονός μετά το καλοκαίρι, σηματοδοτώντας αλλαγές και εννοιολογώντας το περιεχόμενο πολλών πολιτικών επιλογών. Αποτέλεσε έναν καθρέφτη της πολιτικής ζωής και ένα βήμα μέσω του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία απευθύνεται στην κοινωνία. Αν και είναι ευρέως γνωστή για τα πομπώδη Εγκαίνια της με την παρουσία του εκάστοτε Πρωθυπουργού με τις ταυτόχρονες διαδηλώσεις στα πέριξ της εκθέσεως, η φετινή διοργάνωση θα είναι η πρώτη μετά από 14 χρόνια, που θα γίνει από τον ενοποιημένο εθνικό εκθεσιακό φορέα, ΔΕΘ ΑΕ και Helexpo ΑΕ, και θα έχει ένα σαφώς διαφορετικό χαρακτήρα.

Η Έκθεση της Θεσσαλονίκης  ξεκίνησε -ορθώς- ως ένα εμπορικό γεγονός διεθνούς ακτινοβολίας  και μετεξελίχθηκε σε ένα απαξιωμένο εμπορικό προϊόν, γνωστό κυρίως για τη σημασία του σε  Εθνικό Πολιτικό επίπεδο.

Λόγω των καιρών οφείλει να επιστρέψει στις ρίζες του, να "αποκρατικοποιηθεί".

Για μια δεκαετία και βάλε προ της έλευσης της κρίσης τα πομπώδη κρατικά και υπουργικά περίπτερα πρωταγωνιστούσαν και στρέβλωναν και τον εμπορικό και τον διεθνή χαρακτήρα της έκθεσης. Πλέον λιγότερο από παλαιότερα αλλά με την ιδιωτική πρωτοβουλία να απουσιάζει δυστυχώς.

Πλέον, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης πρέπει να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητα της ως εμπορική έκθεση των Βαλκανίων και να αποτελέσει το εργαλείο στα χέρια της πόλης για την ενίσχυση της ως επιχειρηματικό κέντρο ακόμα και σαν κέντρο σύγχρονου συνεδριακού τουρισμού στα πλαίσια ενός νέου Οικονομικού Μοντέλου Ανάπτυξης.

Στόχος της πολιτείας και των ιθυνόντων θα πρέπει να είναι η αξιοποίηση των ευκαιριών που δίδονται από τις συγκυρίες με σχεδιασμό και σοβαρότητα, καθώς και η ανάληψη της ευθύνης από τους ιδιώτες χρησιμοποιώντας τα παραδείγματα καλών πρακτικών από το εξωτερικό και υιοθέτηση για την ενίσχυση της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης. Η ΔΕΘ μπορεί να αποτελέσει ένα από τα προσφορότερα μέσα για την βιώσιμη ανάπτυξη αναλαμβάνοντας τον ρόλο της ουσιαστική και προοδευτικής προβολή της νέας και καινοτομικής επιχειρηματικότητας της χώρας.

Φυσικά η ΔΕΘ αποτελεί καλώς ή κακώς τον αντιπροσωπευτικό καθρέπτη της κατάστασης στα οικονομικής και πολιτικά πράγματα της χώρας… και οι καθρέπτες συνήθως δεν ψεύδονται…

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Πολιτικές ανάγκης και ανάγκη για πολιτικές


Η πρόσφατη κυβερνητική κρίση κατέληξε στην ιστορική αναγκαιότητα του σχηματισμού δικομματικής κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, εμφανίζοντας την οξύμωρη κατάσταση δύο κομμάτων που διαθέτουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση, να καλούνται να εγγυηθούν σταθερότητα και ανάκαμψη στο πλαίσιο μίας συλλογικής αγόγγυστης προσπάθειας. 

Πράγματι, τα δύο μεγάλα κόμματα παρέβλεψαν κακοφορμισμένες καταστάσεις, εξέθρεψαν τη γραφειοκρατία ή ενίσχυσαν «ρουσφετολογικά» καθεστώτα, όμως σε αυτά οφείλεται εν πολλοίς μία ώριμη και συνεχώς αυξανόμενης συμμετοχής δημοκρατία, που πριν από 30 χρόνια φάνταζε ακόμη ζητούμενο.

Σίγουρα, σε μία ιδιότυπη ταύτιση με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ απειλείται και από τα δεξιά του και από τα αριστερά του. Όμως η μόνη ταύτιση υπάρχει στο επίπεδο της εθνικής αναγκαιότητας η χώρα να κυβερνηθεί, να διαπραγματευθεί με τους εταίρους της, να ορθοποδήσει σταδιακά. Σήμερα, με την καθημερινότητα να πολιορκείται με ένα σύνολο αναφορών σε μέτρα, περικοπές και απολύσεις, με την κοινωνία να αναμένει με αγωνία την επόμενη αποστροφή της κυβέρνησης, που συνήθως επιλέγει λύσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα, η αναφορά στην προοπτική της χώρας φαντάζει συζήτηση περιθωρίου. Και δυστυχώς αυτό είναι το μεγάλο σφάλμα μας.

Η προοδευτική έκφραση δεν μπορεί να θυσιάζεται ή να παρακάμπτεται από τις εξελίξεις. Οφείλει να αποτελεί το βασικό συστατικό της αποστολής της κυβέρνησης, και το ειδοποιό διαφοροποιό χαρακτηριστικό του ΠΑΣΟΚ, σε δύο βασικές κατευθύνσεις: (Α) στην κατεύθυνση της πολιτικής προγραμματικής συμφωνίας που διέπει την κυβερνητική λειτουργία και (Β) σε θεσμικής κατεύθυνσης αλλαγές που υπηρετούν τον παραπάνω στόχο. Και φυσικά δεν αρκούν αναφορές πολιτικού λόγου, γιατί όσο επίπλαστο είναι το «δεσμεύομαι», τόσο εύθραυστο είναι στην επίκληση «εθνικής αναγκαιότητας». 

Έστω και ψιθυριστά, το ΠΑΣΟΚ σήμερα δομεί τη συζήτηση στα εξής:
Στα ζητήματα αξιοκρατίας, ευθύνης, προγραμματισμού και οργάνωσης και δημιουργίας. 

Με την παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ αποφεύχθησαν οι οριζόντιας λογικής απολύσεις. Το κομματικό ρουσφέτι της περιόδου 2004-2009, οποιασδήποτε απόχρωσης, δεν μπορεί να έχει ίδια αντιμετώπιση με το στέλεχος του δημοσίου που προήλθε από διαδικασίες αδιάβλητες και αντικειμενικές. Και ακριβώς αυτοί που γιγάντωσαν το χρέος και το έλλειμμα εκείνη την περίοδο, δεν μπορούν να αποτελούν τη λύση στο σήμερα. 

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Η σταθερότητα της χώρας δεν είναι αδυναμία


Η πρόσφατη κυβερνητική κρίση κατέληξε στην ιστορική αναγκαιότητα του σχηματισμού δικομματικής κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, εμφανίζοντας την οξύμωρη κατάσταση δύο κομμάτων που διαθέτουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση, να καλούνται να εγγυηθούν σταθερότητα και ανάκαμψη στο πλαίσιο μίας συλλογικής αγόγγυστης προσπάθειας. 

Πράγματι, τα δύο μεγάλα κόμματα παρέβλεψαν κακοφορμισμένες καταστάσεις, εξέθρεψαν τη γραφειοκρατία ή ενίσχυσαν «ρουσφετολογικά» καθεστώτα, όμως σε αυτά οφείλεται εν πολλοίς μία ώριμη και συνεχώς αυξανόμενης συμμετοχής δημοκρατία, που πριν από 30 χρόνια φάνταζε ακόμη ζητούμενο.

Σίγουρα, σε μία ιδιότυπη ταύτιση με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ απειλείται και από τα δεξιά του και από τα αριστερά του. Όμως η μόνη ταύτιση υπάρχει στο επίπεδο της εθνικής αναγκαιότητας η χώρα να κυβερνηθεί, να διαπραγματευθεί με τους εταίρους της, να ορθοποδήσει σταδιακά. Σήμερα, με την καθημερινότητα να πολιορκείται με ένα σύνολο αναφορών σε μέτρα, περικοπές και απολύσεις, με την κοινωνία να αναμένει με αγωνία την επόμενη αποστροφή της κυβέρνησης, που συνήθως επιλέγει λύσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα, η αναφορά στην προοπτική της χώρας φαντάζει συζήτηση περιθωρίου. Και δυστυχώς αυτό είναι το μεγάλο σφάλμα μας.

Η προοδευτική έκφραση δεν μπορεί να θυσιάζεται ή να παρακάμπτεται από τις εξελίξεις. Οφείλει να αποτελεί το βασικό συστατικό της αποστολής της κυβέρνησης, και το ειδοποιό διαφοροποιό χαρακτηριστικό του ΠΑΣΟΚ, σε δύο βασικές κατευθύνσεις: (Α) στην κατεύθυνση της πολιτικής προγραμματικής συμφωνίας που διέπει την κυβερνητική λειτουργία και (Β) σε θεσμικής κατεύθυνσης αλλαγές που υπηρετούν τον παραπάνω στόχο. Και φυσικά δεν αρκούν αναφορές πολιτικού λόγου, γιατί όσο επίπλαστο είναι το «δεσμεύομαι», τόσο εύθραυστο είναι στην επίκληση «εθνικής αναγκαιότητας». 

Έστω και ψιθυριστά, το ΠΑΣΟΚ σήμερα δομεί τη συζήτηση στα εξής:
Στα ζητήματα αξιοκρατίας, ευθύνης, προγραμματισμού και οργάνωσης και δημιουργίας. 

Με την παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ αποφεύχθησαν οι οριζόντιας λογικής απολύσεις. Το κομματικό ρουσφέτι της περιόδου 2004-2009, οποιασδήποτε απόχρωσης, δεν μπορεί να έχει ίδια αντιμετώπιση με το στέλεχος του δημοσίου που προήλθε από διαδικασίες αδιάβλητες και αντικειμενικές. Και ακριβώς αυτοί που γιγάντωσαν το χρέος και το έλλειμμα εκείνη την περίοδο, δεν μπορούν να αποτελούν τη λύση στο σήμερα. 

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Η προοπτική της χώρας απαιτεί στρατηγική.




Η χώρα περνά μια περίοδο κρίσης στην οποία πρέπει να βρεθούν πόροι για να ενθαρρυνθούν οι επενδύσεις αξιοποιώντας Κοινοτικά κεφάλαια, όπως το ΕΣΠΑ και άλλα προγράμματα.

Ο πρωθυπουργός έχει ως προμετωπίδα της κυβέρνησης το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων που για πολλούς παραπέμπει έντεχνα σε μία νέα περίοδο αντίστοιχη της περιόδου του εκσυγχρονισμού της χώρας. Παρόλα αυτά οι δυο περίοδοι απέχουν παρασάγγας αφού το τότε βασικό χαρακτηριστικό της «εθνικής στρατηγικής για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και του τρόπου διοίκησης της χώρας με ταυτόχρονη αναβάθμιση του βιοτικού επίπεδου της κοινωνίας» έχει αντικατασταθεί από τη σημερινή ανεπιτυχή από άποψη αποτελεσματικότητας και χωρίς πυξίδα προσπάθεια.

Στην ουσία, αυτή την περίοδο χάνουμε χρόνο, διαιρούμε την κοινωνία, και θέτουμε διλήμματα τα οποία δεν έχουν να κάνουν με το μέλλον, αλλά με την λογιστική αντιμετώπιση του σήμερα, με αποτέλεσμα κάθε μήνα να έχουμε μια νέα υπόθεση «μεταλλείων», γιατί πολύ απλά δεν έχουμε στρατηγική.

Η Ελλάδα εδώ και χρόνια προχώρα χωρίς εθνικό σχέδιο για την ανάπτυξη, η οικονομία φυτοζωεί και το κράτος παρασιτεί στα δημόσια έργα και στα ευρωπαϊκά προγράμματα «επιδοτήσεων». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πιο πρόσφατη αναφορά σε εθνική στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη και για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στόχοι απαραίτητοι για μια σύγχρονη κοινωνία οι οποίοι, φυσικά, δεν μπορούν να υλοποιηθούν «αυτοματοποιημένα»

Η πολιτική για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι απαραίτητη, βοηθά στη δημιουργία θέσεων εργασίας, όμως για να είναι πλήρως αποτελεσματική πρέπει να συνοδεύεται από επενδύσεις στην ερευνά, στην κατασκευή εξαρτημάτων που σχετίζονται με τον κλάδο, καθώς μέχρι τώρα βοηθάμε στην εξασφάλιση θέσεων εργασίας στις χώρες από τις οποίες προμηθευόμαστε πάνελ και ανεμογεννήτριες.

Επίσης, χαρακτηριστικό παράδειγμα σήμερα, το ζήτημα των μεταλλείων χρυσού, που χρησιμοποιείται από τη μια πλευρά ως τρόπος εμφάνισης ενός αποφασιστικού πρωθυπουργού για τις μεταρρυθμίσεις, και του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αρχηγού της «αντίστασης». Χρειάζεται σαφώς «πλάνο και ευθύνη». Η αξιωματική αντιπολίτευση, τόσο αρνητική στα μεταλλεία χρυσού, δεν πρέπει να πάρει θέση για τους υδρογονάνθρακες, καθώς η εξόρυξη εγκυμονεί τραγικές συνέπειες σε περίπτωση ατυχήματος για τις ελληνικές θάλασσες;

Φυσικά, το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε ή όχι τα μεταλλεία, αλλά ποια Ελλάδα θέλουμε να δημιουργήσουμε. Θέλουμε την Ελλάδα της φυσικής ομορφιάς με βαριά βιομηχανία τον τουρισμό; Θέλουμε την Ελλάδα της πρωτογενούς παράγωγης; Θέλουμε μια Ελλάδα «όχι σε όλα»; Θέλουμε μια Ελλάδα που λέει ναι σε όλα, ζει με δανεικά και «εκποιεί» την περιουσία της για να πληρώνει επιδόματα ανεργίας ;

Αυτό είναι το πρωτεύον ζήτημα και μετά μπορούμε να κάνουμε μεταρρυθμίσεις με ορίζοντα το 2020 και όχι τον προϋπολογισμό του έτους ή τις επόμενες εκλογές. Είναι η ώρα να αποφασίσουμε για την προοπτική της χώρας, και εντός αυτού του πλαισίου να επιλέξουμε που λογαριάζουμε τους χιλιάδες νέους που έχουν φύγει στο εξωτερικό: ως έσοδα τουρισμού ή ως κεφάλαιο για την ανάπτυξη της χώρας;