Περιγραφή

Δικηγόρος
Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Νεάπολης-Συκεών
Μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Δικαιολογίες, τέλος.


(Δημοσιεύθηκε στο "Βήμα", την Παρασκευή 12 Οκτωβρίου)


Οι επίμονες και αγωνιώδεις προσπάθειες από πολλούς συμπολίτες μας – συχνά διαφορετικών κοινωνικών καταβολών ή αντιλήψεων περί λειτουργίας του κράτους και του βαθμού παρέμβασης του στην οικονομία- να ωθήσουν τον πολιτικό κόσμο της χώρας σε αλλαγές που θα αποτρέψουν τη προδιαγεγραμμένη πορεία σήψης και παρακμής, έχουν καταλήξει σε πλήρη αποτυχία.

Ο πολιτικός κόσμος επιμένει σε αυτό –ίσως και το μόνο- που ξέρει πολύ καλά να κάνει και εφαρμόζει εδώ και δεκαετίες: να επιλέγει τα εύκολα, να αποφεύγει διαρθρωτικές αλλαγές, να αποκρούει οποιοδήποτε μακροπρόθεσμο σχέδιο αλλαγής της φυσιογνωμίας της χώρας.
Και προφανώς η κατάληξη σε ένα μίγμα μέτρων που σε πρώτο πλάνο έχει τη μείωση μισθών και συντάξεων, τη φορολογική επιβάρυνση των πολλών και την αδιάκριτη οριζόντια κάθε είδους περικοπή, ελαφρύνοντας παράλληλα φορολογικά τους λίγους, θα είναι το αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης. Δυστυχώς κανείς πλέον δε μπορεί να αιτιολογήσει αυτή τη στάση.
Με μία απλή αναγωγή είναι αντιληπτό πως οι διάφορες «φορολογικές λίστες» περιέχουν περισσότερα εν δυνάμει φορολογικά έσοδα από ότι όλες οι τελευταίες φοροεπιδρομές μαζί, οι κάθε λογής «πελατειακές εξυπηρετήσεις που παρακάμπτουν τους γενικούς κανόνες» στερούν περισσότερους πόρους απ’ ότι εξοικονομούνται με την περιστολή των δημόσιων δαπανών, οι συνεχείς αναβολές συγκρότησης ενός εθνικού σχεδίου παραγωγικής αναδόμησης συνεπάγονται το καθημερινό κλείσιμο μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με επακόλουθη την απώλεια εκατοντάδων θέσεων εργασίας, που καμία ισοδύναμη ρύθμιση κατάργησης κατώτατων μισθών δε μπορεί να αντισταθμίσει.
Μία τέτοιας κλίμακας παταγώδης αποτυχία όταν δεν ερμηνεύεται ως μία συνεχής προσπάθεια εξυπηρέτησης ολίγων και ισχυρών σε βάρος της κοινωνίας των πολιτών, εξηγείται ως η πλήρης ανικανότητα αντίληψης, αντίδρασης και σχεδιασμού. Σίγουρα, όλοι όσοι διαχειρίστηκαν την τύχη της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι ανίκανοι, όμως, σίγουρα πάλι, αρκούν δυναμικές μειοψηφίες να καθορίσουν τη λειτουργία ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος.
Αυτές οι δυναμικές μειοψηφίες κατόρθωσαν στο πλαίσιο της προηγούμενης τεχνητής ευμάρειας να υποσκάψουν τη λειτουργία των κομμάτων, να θέσουν φραγμούς στην πρόσβαση των ηγεσιών στην πληροφόρηση και να οδηγήσουν τους ηγέτες των κομμάτων σε Λουδοβίκειες τακτικές, εγκαταλείποντας τον πλουραλισμό χάριν της ομοφωνίας ενός κλειστού κύκλου συμβούλων, μία πρακτική που και σήμερα υπηρετείται.
Το φαινόμενο των «ηγεσιών καρτέλ» έχει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για την κατάσταση σήμερα. Ηγέτες που δεν ακούν και δε βλέπουν, δεν ξέρουν και δεν αντιλαμβάνονται την κοινωνική κατάσταση.
Ο χρόνος στην πολιτική έχει το δικό του ρυθμό: πράξεις που αργούν ολόκληρες δεκαετίες μπορούν να γίνουν πραγματικότητα εντός κάποιων ωρών. Και αναλογικά: δράσεις που για χρόνια ολόκληρα δεν πραγματώθηκαν μπορούν λίγο να επηρεάσουν την ιστορία, όμως πρωτοβουλίες που εντός κάποιων ημερών τελικώς εκδηλώνονται μπορούν να αλλάξουν τον ρού της σημαντικά.
Σαφώς η αισιοδοξία δεν πρέπει να μας εγκαταλείπει όμως επίσης και η υπερφίαλη αντιμετώπιση της πραγματικότητας αποτελεί κάκιστο σύμβουλο.
Ας αναλογιστούμε τις ευθύνες μας, ας πραγματοποιήσουμε την αυτοκριτική μας και ας επιλέξουμε: θα επιτρέψουμε σε δυναμικές υστερόβουλες μειοψηφίες να καθορίσουν την τύχης της χώρας μας, ή θα αντιδράσουμε επιλέγοντας το εθνικά δίκαιο, αληθές και κοινωνικά επωφελές.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Έργο χωρίς πρωταγωνιστές

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" στις 29/09/2012)

Το πόσο κρίσιμη είναι η κατάσταση στην οικονομία και το πόσο αυτό επηρεάζει κάθε κοινωνική έκφανση είναι πλέον κοινός τόπος. Δυστυχώς αυτή η τοποθέτηση εξαιτίας της επιπολαιότητας ή της ανευθυνότητας όσων χειρίστηκαν τις τύχες της χώρας στην απαρχή της κρίσης αναδείχθηκε σε πρόσχημα αιτιολόγησης σκληρών μέτρων αλλά και δικαιολόγησης άδικων παρεμβάσεων.

Πολλοί, όπως και ο γράφων, θεώρησαν πως τα διδάγματα των εκλογών του Μαΐου και του Ιουνίου θα ωθούσαν το πολιτικό προσωπικό της χώρας στην υιοθέτηση συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, στην κατεύθυνση της οικονομικής ανασύνταξης αλλά και της ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Δυστυχώς γινόμαστε μάρτυρες μιας καθημερινής διάψευσης των προσδοκιών μας. Γιατί πώς μπορούμε να αιτιολογήσουμε την επανάληψη αυτής της λογικής, όταν όλοι γνωρίζουμε τη βίαιη επίθεση στα εισοδήματα μισθωτών και συνταξιούχων κατά τα τελευταία δύο χρόνια ή όταν παρακολουθήσαμε τις τόσες προεκλογικές κορόνες περί «άλλης στρατηγικής διαπραγμάτευσης», περί «ισοδύναμων μέτρων» κ.λπ.;

Η λήψη μέτρων στην παραπάνω κατεύθυνση είναι επιεικώς απαράδεκτη και κατ’ ουσίαν καταστροφική για την κοινωνική συνοχή.

Αλλά ας μη γελιόμαστε, δεν είναι η τρόικα που επιβάλλει αυτά τα μέτρα. Είναι η ανεπάρκεια του πολιτικού κόσμου να συγκρουστεί με κατεστημένα και να βρει λύσεις σε καταστάσεις που απαιτούν μεγαλύτερη διαχειριστική ικανότητα απ’ ό,τι η εύκολη οριζόντια παρέμβαση σε μισθούς και συντάξεις.

- Η περιβόητη φορολογική μεταρρύθμιση αποτελεί ακόμη ένα σχέδιο στα χαρτιά.

- Η ανάγκη καταπολέμησης της καθημερινής φοροδιαφυγής, όπως για παράδειγμα η υποχρεωτική χρήση της πιστωτικής ή της φοροκάρτας -με παράλληλη τη μείωση στο ΦΠΑ των αγαθών που διακινούνται με αυτόν τον τρόπο- συνεχίζει να αποτελεί μία «συζήτηση».

- Το Εθνικό Σύστημα Υγείας απαξιώνεται καθημερινά μέσω της υποβάθμισης των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών, ενώ παράλληλα το κράτος δεν τολμά ουσιαστική παρέμβαση εξορθολογισμού των δαπανών, όπως τα ευρωπαϊκά πρότυπα υπαγορεύουν.

- Η εφαρμογή του συστήματος ηλεκτρονικών προμηθειών θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξοικονόμηση εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, όμως και αυτή η συζήτηση απουσιάζει από το δημόσιο διάλογο.

Πολλές φορές στο παρελθόν έχει διατυπωθεί η άποψη περί συγκρότησης ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση, κάτι που δυστυχώς έχει αργήσει τόσο, ώστε να θεωρείται παρωχημένο. Η Ελλάδα απαιτεί πλέον ένα «εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης», στο οποίο όλες οι δράσεις μείωσης δαπανών οφείλουν να αντιστοιχηθούν με συγκεκριμένα αντίστροφα μέτρα στο μέλλον. Για να το θέσω διαφορετικά, αυτούς που σήμερα θίγουμε με τα μέτρα οφείλουμε αύριο να τους προστατεύσουμε και να τους δώσουμε το δικαίωμα πάλι να ορθοποδήσουν.

Ένα κράτος που οδηγεί την ίδια του την κοινωνία σε ανεπανόρθωτη αναστάτωση οδηγεί τους πολίτες του στον αφανισμό. Μία κοινωνία ασύντακτη αποτελεί απειλή για το μέλλον του κράτους.

Όσοι δεν μπορούν αυτό να το αντιληφθούν ας αντιληφθούν κάτι πιο απτό: Οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση σε μισθούς και συντάξεις αποτελεί σφραγίδα αποτυχίας της εφαρμοζόμενης πολιτικής και των εκφραστών της. Συνεπώς κάθε συζήτηση περί κόκκινων γραμμών είναι τόσο αυτονόητη, ώστε καθίσταται μάλλον περιττή.

Είτε αλλάζουμε ρότα σήμερα στη βάση ενός ρεαλιστικού σχεδίου, φυσικά εντός του ευρώ, είτε όσοι αντέξουμε θα βιώσουμε αυτά που έζησαν οι γονείς μας μερικές δεκαετίες παλαιότερα.

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Γιατί μετά, δε θα υπάρχει "μετά"


Το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου, σχεδόν με επιτακτικό τρόπο επιβάλει τη συνεργασία περισσοτέρων των δύο πολιτικών δυνάμεων για το σχηματισμό κυβέρνησης. Με τον πιο γνήσιο τρόπο, αυτό της λαϊκής ετυμηγορίας, επιβάλλεται η λογική της «συνευθύνης» που προεκλογικά διατύπωσε το ΠΑΣΟΚ, με τρόπο ανεπίδεκτο διαφορετικής ερμηνείας, τοποθετώντας τις σοβαρές πολιτικές δυνάμεις στο δίλημμα: αγώνας υπέρ της πατρίδος, ή σκέψεις υπέρ κομματικών σκοπιμοτήτων.

Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε για ακόμη μία φορά το δεύτερο δρόμο. Τα «παραμύθια της Χαλιμάς» περί καταγγελίας του μνημονίου αποτέλεσαν τη νομιμοποιητική βάση περί «μίας υπεύθυνης αντιπολίτευσης», ενώ στην ουσία επιδιώκει την πολιτική ώσμωση των ετερόκλητων πολιτικών εσωτερικών συνιστωσών του, με στόχο την αξιοποίηση της φθοράς που η διακυβέρνηση θα επιφέρει στους κυβερνητικούς εταίρους, για τη «μελλοντική δικαίωση» της στάσης του.

Δυστυχώς η εύκολη ρητορική, αν και εδράζεται σε επιχειρήματα σοφιστικής προέλευσης, βρήκε πολλούς ωτακουστές, υιοθετήθηκε από όλους αυτούς που τόσα χρόνια παρασιτούσαν εις βάρος του Ελληνικού λαού, αλλά και από αυτούς που για δικούς τους λόγους, για τη δική τους προσωπική στεναχώρια ή δυστυχία, επέλεξαν μία αντισυστημική επιλογή, χωρίς τον υπολογισμό των όποιων συνεπειών για τη χώρα. Φυσικά, το ίδιο έργο έχει παιχτεί πολλάκις: στο βωμό του κομματικού συμφέροντος θυσιάζεται η ορθότητα εθνικών επιλογών. Εκεί ποντάρει ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως ξεχνάει πως μία αποτυχία σήμερα, δε θα αφήσει τίποτε όρθιο για μετά.

Ο δρόμος της νέας κυβέρνησης είναι –επιεικώς- δύσβατος. Η παρατεταμένη εκλογική περίοδος και το σύνολο των αρρυθμιών που επέφερε, επιδρούν αρνητικά στην ήδη βεβαρημένη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, με την ανεργία στο ζενίθ και την έλλειψη προοπτικής και σχεδίων να αποτυπώνεται στα μάτια κάθε Έλληνα. Η νέα κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει τη δυσπιστία των εταίρων μας αλλά και την επαναδιαπραγμάτευση των δυσμενών όρων του μνημονίου. Από την άλλη, καλείται να αξιοποιήσει και τη νέα δυναμική στην Ευρώπη που επιφέρει η εκλογή Ολάντ στη Γαλλία.

Μπροστά στον όγκο των προβλημάτων η εύκολη επιλογή είναι η παραίτηση ή η αποστασιοποίηση. Όμως μπροστά στο ζητούμενο της σταθερότητας για το μέλλον της χώρας κάθε τέτοια επιλογή είναι λιπόψυχη και εθνικά επιζήμια.

Η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ επιλέγουν το δρόμο της ευθύνης, έχοντας μπροστά τους μία και μοναδική πορεία, αυτή της αγόγγυστης προσπάθειας με μόνο στόχο την επιτυχία, γιατί κάθε τι άλλο, ισοδυναμεί με τη δική τους καταδίκη.

Το στοίχημα της επιτυχίας του κυβερνητικού εγχειρήματος δε μπορεί παρά να βασίζεται στην υπεύθυνη στάση, στη συνεχή προσπάθεια και στην ικανότητα των εμπλεκόμενων.

Το στοίχημα της ανάπτυξης επιβάλλει την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας και την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας.

Το στοίχημα της ελπίδας, επιβάλλει τη συμμετοχή στην κυβέρνηση ικανών, άφθαρτων, νέων προσώπων, προερχόμενων από την κοινωνία, γνώστες των προβλημάτων, χωρίς τη μυωπική αντιμετώπιση πολλών καταστάσεων που πολλές φορές επιφέρει η μακροχρόνια συμμετοχή σε υπουργικές θέσεις.

Η εθνική συνευθύνη απαιτεί σχέδιο, πρόγραμμα και επιμονή, σε έναν ορίζοντα σταθερότητας και μακράς διάρκειας. Η νέα κυβέρνηση οφείλει να έχει όλο αυτό το χρόνο μπροστά της να πάρει τα απαραίτητα μέτρα που θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη και τη σωτηρία της πατρίδας μας.

Η επιτυχία και μόνο αυτή, θα οδηγήσει τις ακραίες φωνές στην απομόνωση, και θα καθορίσει το «μετά» της χώρας. Για την ακρίβεια, το εάν θα υπάρχει «μετά».

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Τις (μας) πταίει ;


Κανένας ιστορικός μελετητής της Ελλάδας δε θα μπορέσει να αποφύγει την παρατήρηση πως  σχεδόν σε κάθε ιστορική πρόκληση, αντί να επιλέγουμε την εθνική ομοψυχία και τη συνεννόηση για το χειρισμό μίας κακής κατάστασης, επιλέγουμε να θυσιάσουμε μία ψύχραιμη εκτίμηση των επιλογών μας σε παιχνίδια κομματικών σκοπιμοτήτων που μπορεί να προσφέρουν σε ορισμένους μία ψευδαίσθηση διεκδικήσεων, αλλά επί της ουσίας επιφέρουν συνέπειες εθνικά καταστροφικές. 

Έτσι ακριβώς έχει και σήμερα η κατάσταση. Γιατί πως αλλιώς μπορεί να ερμηνεύσει κανείς τη στρατηγική της ΝΔ, η οποία προκάλεσε εκλογές για να διαλύσει μία βουλή με ορίζοντα δύο ακόμη ετών, εν μέσω κρίσης, διεκδικώντας μία αυτοδυναμία που παρασάγγας απείχε από την πραγματικότητα. Πως μπορεί να ερμηνεύσει κανείς τη σημερινή τακτική συγκρότησης ενός ηγεμονικού δεξιού πόλου μέσω της συγκέντρωσης στελεχών με αντικρουόμενες αντιλήψεις, παραπέμποντας σε συνασπιζόμενες δυνάμεις εκλογικής στόχευσης. 

Πως μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θεωρεί κάθε ευρωπαίο πολίτη τουλάχιστον κουτό, ώστε να τον απειλεί με την καταγγελία του μνημονίου, μέσω του οποίου ουσιαστικά κάθε ευρωπαίος πολίτης δανείζει τη χώρα μας, στερούμενος προνομίων που διαφορετικά θα είχε. Γιατί ακόμη και εάν κάποιος αποδεχτεί το –εξαιρετικά παράτολμο και καταφανώς ανήθικο- επιχείρημα πως δε μπορούν να μας οδηγήσουν στην έξοδο και άρα κάνουμε ότι θέλουμε, πως μπορεί να εξηγήσει ότι όλα αυτά τα κοινοβούλια που μας δανείζουν, τα οποία εκλέγονται και λογοδοτούν στους πολίτες τους, θα συνεχίζουν να το κάνουν σε μία χώρα νταή της Ευρώπης; Εκεί οι πολίτες δε θα αντιδράσουν; 

Πολλοί που αν και αντιλαμβάνονται την κατάσταση ως έχει, και κατανοούν την αντιφατικότητα των διακηρύξεων του ΣΥΡΙΖΑ, απαντούν ως εξής: «στην περίπτωση που αναδειχθεί πρώτο κόμμα και αναλάβει τη διακυβέρνηση θα αλλάξει στάση και ρητορική. Έχει ξαναγίνει». Όντως έχει ξαναγίνει, όμως σε διαφορετικούς χρόνους και σε διαφορετική εποχή. Δεν έχει ξαναγίνει με τη χρεοκοπία προ των πυλών, και μάλιστα με ορίζοντα τον Ιούλιο. 

Ακόμη και εάν ο ΣΥΡΙΖΑ αλλάξει τακτική μετά τις εκλογές, ουδόλως απίθανο στην πολιτική, δε θα έχει το χρόνο ούτε επαναδιαπραγμάτευση να κάνει, ούτε τους εταίρους μας να πείσει. Με άλλα λόγια, ο δρόμος που ο κ. Τσίπρας χαράζει σήμερα έχει δύο κατευθύνσεις μετεκλογικά: είτε την καταγγελία του μνημονίου και άρα χρεωκοπία άμεσα και άναρχα με τραγικές συνέπειες, είτε την ευθυγράμμιση με τις επιταγές των Ευρωπαίων και άρα πλήρη, σκληρή και άκαμπτη εφαρμογή του μνημονίου. 

Μία εθνικά υπεύθυνη στάση επιβάλλει τη διατύπωση μίας προοδευτικής κατεύθυνσης των αλλαγών που πρέπει να γίνουν. Πράγματι, το μνημόνιο αποτέλεσε μία εθνική ήττα, καθώς αποτύπωσε μία συνταγής περικοπών ως αποτέλεσμα της αδυναμίας του πολιτικού κόσμου ανάδειξης μίας πειστικής αντιπρότασης. 

Το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων είναι προοδευτική πρόταση. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τις αντιφάσεις του, έχοντας υιοθετήσει σχεδόν κάθε συνδικαλιστικό ρουσφέτι, αλλά και η ΝΔ με το παράδειγμα των «ταξί» φανερώνουν πολλά. 

Η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας είναι προοδευτική αντίληψη. Εάν όμως –μοιραία- οδηγήσει στην ανάγκη αξιολόγησης των υπαλλήλων, των προϊσταμένων αλλά και κάθε στελέχους της δημόσιας διοίκησης θα βρει το ΣΥΡΙΖΑ απέναντί του. 

Ένα σύγχρονο και ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι προοδευτική επιλογή. Όμως πάλι προσκρούει στη διακηρυγμένη θέση του «όχι σε όλα και σε καμία αλλαγή» που υιοθετεί ο ΣΥΡΙΖΑ. 

Οι εκλογές αυτές εκφράζουν έντονα την αγωνία για το μέλλον της χώρας. Το ΠΑΣΟΚ σήμερα μπορεί να έχει απολέσει το ηθικό του πλεονέκτημα, όμως μπορεί να αποτελέσει τη δύναμη διατύπωσης ενός εθνικού σχεδίου. Επειδή όμως στην πολιτική σημασία δεν έχει μόνο ΤΙ λες αλλά και ποιος είσαι εσύ που το λες, η ριζική του ανανέωση και όχι ανακύκλωση αποτελεί τη βασική, αναγκαία συνθήκη. Το εάν είναι ικανή, θα φανεί. 

Τα προβλήματα είναι γνωστά, και οι αναγκαιότητες που δημιουργούν πολλάκις καταγεγραμμένες. Δεν έχουμε σήμερα την πολυτέλεια για ένα νέο «τις πταίει», κυρίως γιατί μετά ακολουθεί το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». 

Ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του.

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Να κατανοήσουμε τα βαθύτερα μηνύματα των εκλογών

Κάθε εκλογική διαδικασία προσφέρεται για την εξαγωγή συμπερασμάτων, καθώς παρέχει πλήθος μηνυμάτων προς αποκωδικοποίηση. Οι εκλογές της 6ης Μαΐου μπορούν να αποτελέσουν πεδίο πολλών αναλύσεων αλλά και προβληματισμού λόγω της περιόδου αβεβαιότητας που εγκαινιάζεται με την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, κάτι που για τη δική μας τη γενιά αποτελεί φαινόμενο, μιας που μόνο βιώματα πολιτικής ομαλότητας έχει. 

Για όλους εμάς που τοποθετούμε τους εαυτούς μας στην προοδευτική παράταξη, και μάλιστα θεωρούμε πως όχι μόνο ανήκουμε εκεί αλλά και την υπηρετούμε μέσω της συμμετοχής μας στα κοινά με το ΠΑΣΟΚ, δε μας αρκεί μία γενική εκτίμηση των αποτελεσμάτων. Οφείλουμε να τα αναλύσουμε αφενός χωρίς κομματικές παρωπίδες, αλλά και αφετέρου όχι ως απλοί παρατηρητές των εξελίξεων. 

Το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στην 3η θέση σε κοινοβουλευτική δύναμη σε ένα χάρτη στον οποίο καμία πολιτική πρόταση δεν κατέγραψε ποσοστά άνω του 20%. Κατέγραψε μία εκλογική επίδοση όμοια με αυτήν του 1974, με την οποία ξεκίνησε την πορεία για την «αλλαγή της χώρας», αλλά εξαιρετικά ανόμοια με αυτή του 2009, χάνοντας περίπου 30 μονάδες αλλά και 2.000.000 πολίτες που δεν ανανέωσαν την εμπιστοσύνη τους στην πρότασή του. Παρατηρεί κανείς μία τεράστια μεταβλητότητα ανάμεσα στις εκλογικές περιόδους 2007-2009-2012, με μεγάλες μετακινήσεις ψηφοφόρων. 

Ως μία πρώτη προσέγγιση, εμφανίζεται η έλλειψη «δέσμευσης» των πολιτών με κάποιον πολιτικό φορέα, ερμηνεύοντας έτσι τις μετακινήσεις τους ως την ad hoc επιλογή ρητορικής, καθώς φαίνεται κανένας κομματικός σχηματισμός να μη μπορεί γνήσια να εκφράσει προσδοκίες, τα πιστεύω και τα θέλω τους. Με άλλα λόγια, ο βαθμός εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους κομματικούς σχηματισμούς βρίσκεται στο ναδίρ, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με την τεράστια πληθώρα κομμάτων που διεκδικούν την ψήφο του –όπως στις τελευταίες εκλογές- συνετέλεσε στο εξής: οι πολίτες επέλεξαν νέα κόμματα, καθώς είτε θεώρησαν πως προσέφεραν κάτι νέο, είτε θεώρησαν πως δεν είχαν να χάσουν κάτι σε σχέση με τα υπάρχοντα, που τόσα χρόνια προτιμούσαν. 

Ίσως για τη δική μας ψυχολογία αυτό να φαντάζει εξαιρετικά άδικο. Το ΠΑΣΟΚ για εμάς είναι η παράταξη που σήκωσε εξολοκλήρου το βάρος μίας ευθύνης που δεν της αναλογούσε στο σύνολό της ως ευθύνη απέναντι στη χώρα, την ώρα που η Νέα Δημοκρατία δραπέτευε να μην έρθει αντιμέτωπη με τις ευθύνες της. Το ΠΑΣΟΚ πιθανόν να επέλεξε την εύκολη οδό της μείωσης των δαπανών των συντάξεων και των μισθών, σαφώς έκανε λάθη και επέβαλε μέτρα άδικα και μάλιστα στρέφοντας εναντίον του τις κοινωνικές αυτές ομάδες που παραδοσιακά το υποστήριζαν, όμως διέσωσε τη χώρα από τη χρεοκοπία. Φυσικά, για αυτό, κανείς δεν περίμενε μία επιβράβευση, όμως τουλάχιστον την αποκρυστάλλωση στην κοινωνία του «δεν είναι όλοι ίδιοι». 

Δυστυχώς όμως πάντα η σύγκριση θα παραμένει ανάμεσα στο τι βιώνουμε σήμερα σε σχέση με την περίοδο ευμάρειας που κατορθώσαμε τα τελευταία χρόνια, λησμονώντας συνολικά πως μία χρεοκοπία θα εξαφάνιζε κάθε ίχνος εθνικής υπερηφάνειας, δυνατότητας ομαλής κοινωνικής και οικονομικής δραστηριοποίησης, ρίχνοντάς μας σε περιπέτειες εξαιρετικά εθνικά επιζήμιες. Όμως για την αποτύπωση ακριβώς αυτής της κατάστασης είναι υπεύθυνο το πολιτικό προσωπικό της χώρας. 

Η διαίρεση που αναδείχθηκε στις εκλογές –μνημόνιο-αντιμνημόνιο- επέτυχε να αποτελέσει το δίλημμα στο οποίο οι πολίτες τοποθετήθηκαν και επέλεξαν. Σε αυτήν τη διαίρεση επένδυσαν τα νέα κόμματα και δυστυχώς επέτυχαν το σκοπό τους. Η προσπάθειά μας ως ΠΑΣΟΚ, ανάδειξης του ψευτοδιλήμματος που ακριβώς αυτό το επιχείρημα απεικόνιζε, δεν έτυχε της επιθυμητής απήχησης. 

Όμως οι εκλογές αυτό ακριβώς κρίνουν. Την απήχηση μηνυμάτων, την επιτυχή διατύπωση πολιτικών διλημμάτων, και φανερώνουν την ετυμηγορία της κοινωνίας αναφορικά με το μέλλον της χώρας. Μίας ετυμηγορίας που το ΠΑΣΟΚ οφείλει να κατανοήσει, να αναλύσει και βάσει αυτής να πορευθεί. 

Η πορεία του ΠΑΣΟΚ στο μέλλον οφείλει να κινηθεί στους εξής άξονες: 

α. σεβασμός στη βούληση των πολιτών, 
β. αποκατάσταση της αλήθειας, 
γ. αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με την κοινωνία, 
δ. διατύπωση μίας ρεαλιστικής πρότασης για το μέλλον, 

Τα παραπάνω ως μία δομικού χαρακτήρα αποτύπωση, όχι αποσπασματικά, αλλά συνολικά. 

α. σεβασμός στη βούληση των πολιτών, 

Κατά το τεκμήριο της υπεύθυνης εκφοράς της άποψης του κάθε πολίτη, όπως αυτή εκδηλώνεται στις εκλογές, κάθε ένας και κάθε μία τοποθετείται υπεύθυνα για το μέλλον. Ο ελληνικός λαός αποφάσισε να δώσει τη δυνατότητα στην Αριστερά να εφαρμόσει τις προτάσεις της, να διατυπώσει την κυβερνητική της πρόταση επ’ ωφελεία της χώρας. Σε αυτό ήδη ο Πρόεδρος Ευ. Βενιζέλος τοποθετήθηκε με έναν τρόπο ξεκάθαρο, δίνοντας την ευκαιρία στην Αριστερά να αποδείξει πως όλα όσα σε επίπεδο διακηρύξεων έχει διατυπώσει, είναι εφαρμόσιμα, μετρημένα και πλήρως ρεαλιστικά, η οποία αρνούμενη αυτήν την προοπτική, επέμεινε στη ρητορική της αντιπολίτευσης, προτιμώντας την εύκολη οδό της διαμαρτυρίας, παρά την επιβαλλόμενη υπευθυνότητα μίας κυβερνητικής διαχείρισης. 

β. αποκατάσταση της αλήθειας, 

Χωρίς το άγχος της διαπραγμάτευσης με την τρόικα για την αποφυγή της χρεοκοπίας, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να διατυπώσει τις γνήσιες προοδευτικές του θέσεις. Κανείς δε συμφωνεί και κανείς δεν ήθελε τη μείωση των μισθών ή τη λήψη μέτρων που θίγουν τον κοινωνικό ιστό. Τώρα μπορεί και να ζητήσει από όλους αυτούς που είχαν μία διαφορετική πρόταση για την έξοδο από την κρίση να την εφαρμόσουν αλλά και να αναδείξει τα ζητήματα κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής για τα οποία κάθε συντεταγμένη πολιτεία οφείλει να μεριμνά σε περίοδο κρίσης. 

γ. αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με την κοινωνία, 

Τα κόμματα αποτελούνται από ανθρώπους. Η δική τους αξιοπιστία απεικονίζεται ως κομματική βιτρίνα, η δική τους ικανότητα αποτυπώνεται ως κομματική ευθύνη. Το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 6ης Μαΐου δε μπόρεσε να αγκαλιάσει ούτε το στενό κομματικό του πυρήνα, αφήνοντας ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας να μην έχει πεισθεί από την πολιτική του πρόταση, από την ελπίδα ή την προοπτική που αυτό ευαγγελίζεται. Με μία ριζική, πραγματική αυτή τη φορά ανανέωση, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να διεκδικήσει αυτό το 30% του εκλογικού σώματος που έχασε, κάτι που μόνο με νέους, άφθαρτους και κοινωνικά καταξιωμένους μπορεί να γίνει πράξη. 

δ. διατύπωση ενός εθνικού σχεδίου για το μέλλον της χώρας, 

Μετρήσιμο, ρεαλιστικό ως μία σοβαρή πρόταση, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, θέτοντας στόχους και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Ένα σχέδιο που θα αξιοποιεί το επιστημονικό προσωπικό της χώρας, τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, θέτοντας τη νέα δυναμική που μπορεί η γενιά μας να δώσει στη χώρα. 



Πολλές φορές έχουμε διατυπώσει τη δυνατότητα που το ΠΑΣΟΚ έχει διαχρονικά να μετατρέπει την εθνική κατήφεια σε μία νέα εθνική ελπίδα, θέτοντας στόχους αλλά και βρίσκοντας τον τρόπο υλοποίησής τους. Σήμερα αυτό αποτελεί ένα νέο εθνικό ζητούμενο. 

Το ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε για να υπηρετεί το έθνος και την πατρίδα, για αυτό συγκίνησε διαχρονικά, για αυτό προσέλκυσε και όλους εμάς, που πιστεύουμε ακόμη στο ΠΑΣΟΚ και διεκδικούμε ακόμη την εθνική ελπίδα. Όμως για να δικαιωθούμε σε αυτό, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αλλάξει, όχι ως μία διαδικασία ανακύκλωσης, αλλά πραγματικής ανανέωσης και προοδευτικής προοπτικής.

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Σας ευχαριστώ


Ένα μεγάλο ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου για την εμπιστοσύνη σας.

Μία εμπιστοσύνη που ισοδυναμεί με την υπόσχεση να προχωρήσουμε μαζί -όπως ήδη πορευτήκαμε μέχρι σήμερα- στα επόμενα βήματά μας για μία Ελλάδα της ισονομίας, ένα κράτος δικαίου και ισοτιμίας, κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης.

Οι εκλογές της 6ης Μαΐου αναδεικνύουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό αστάθειας και αβεβαιότητας. Οι νέες πολιτικές διεργασίες που διαμορφώνονται οφείλουν να έχουν ως μπροστάρη την Αριστερά. Αυτό υπαγορεύει το μήνυμα των εκλογών: την ενεργό συμμετοχή της στην πορεία της χώρας στο μέλλον.

Σήμερα, η Αριστερά έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τις δικές της πολιτικές. Έχει την κοινοβουλευτική ισχύ να ανατρέψει τις διατάξεις που θεωρεί επαχθείς για τον ελληνικό λαό, μπορεί να καταργήσει στην πράξη το μνημόνιο, έχει την πολιτική νομιμοποίηση να επαναφέρει μισθούς και συντάξεις σε προ μνημονίου επίπεδα, να επιστρέψει τα χρήματα από το χαράτσι στα ακίνητα.

Η Αριστερά πρέπει να κυβερνήσει χωρίς υπεκφυγές. Γιατί αυτό έχει ανάγκη η χώρα, χωρίς παιχνίδια τακτικισμών ή σκοπιμοτήτων όπως αυτά που βλέπουμε τις τελευταίες ημέρες. Πρέπει να αναλάβει αυτήν την ευθύνη χωρίς αναβολή, γιατί σε αυτό πλέον θα κριθεί: στη δυνατότητά της να εφαρμόσει το σύνολο των πολιτικών διακηρύξεων της επ’ ωφελεία της χώρας.

Το ΠΑΣΟΚ, και ο Ευάγγελος Βενιζέλος αντιλαμβάνονται το μήνυμα της κοινωνίας, διατυπώνοντας με ξεκάθαρο τρόπο τη βούληση υποστήριξης μίας κυβέρνησης της Αριστεράς η οποία θα αποδείξει πως ότι έλεγε το εννοούσε, το είχε μετρήσει, το είχε μελετήσει. Γιατί είναι τουλάχιστον ανεύθυνο, οι διακηρύξεις σου να μη μεταφράζονται σε συγκεκριμένες πρακτικές όταν έχεις τη δυνατότητα να το κάνεις. Και σήμερα η Αριστερά έχει αυτή τη δυνατότητα.

Η ψήφος σε μία συντεταγμένη δημοκρατία συνεπάγεται ευθύνη, και του δότη και του λήπτη αυτής. Αυτήν την ευθύνη οφείλουμε να την τιμήσουμε όλοι οι συμμετέχοντες στην πολιτική ζωή του τόπου.

Προσωπικά, για το παραπάνω δεσμεύτηκα από την αρχή.
Και σε αυτόν τον αγώνα είμαστε μαζί.