Περιγραφή

Δικηγόρος
Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Νεάπολης-Συκεών
Μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Πολιτικές ανάγκης και ανάγκη για πολιτικές


Η πρόσφατη κυβερνητική κρίση κατέληξε στην ιστορική αναγκαιότητα του σχηματισμού δικομματικής κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, εμφανίζοντας την οξύμωρη κατάσταση δύο κομμάτων που διαθέτουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση, να καλούνται να εγγυηθούν σταθερότητα και ανάκαμψη στο πλαίσιο μίας συλλογικής αγόγγυστης προσπάθειας. 

Πράγματι, τα δύο μεγάλα κόμματα παρέβλεψαν κακοφορμισμένες καταστάσεις, εξέθρεψαν τη γραφειοκρατία ή ενίσχυσαν «ρουσφετολογικά» καθεστώτα, όμως σε αυτά οφείλεται εν πολλοίς μία ώριμη και συνεχώς αυξανόμενης συμμετοχής δημοκρατία, που πριν από 30 χρόνια φάνταζε ακόμη ζητούμενο.

Σίγουρα, σε μία ιδιότυπη ταύτιση με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ απειλείται και από τα δεξιά του και από τα αριστερά του. Όμως η μόνη ταύτιση υπάρχει στο επίπεδο της εθνικής αναγκαιότητας η χώρα να κυβερνηθεί, να διαπραγματευθεί με τους εταίρους της, να ορθοποδήσει σταδιακά. Σήμερα, με την καθημερινότητα να πολιορκείται με ένα σύνολο αναφορών σε μέτρα, περικοπές και απολύσεις, με την κοινωνία να αναμένει με αγωνία την επόμενη αποστροφή της κυβέρνησης, που συνήθως επιλέγει λύσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα, η αναφορά στην προοπτική της χώρας φαντάζει συζήτηση περιθωρίου. Και δυστυχώς αυτό είναι το μεγάλο σφάλμα μας.

Η προοδευτική έκφραση δεν μπορεί να θυσιάζεται ή να παρακάμπτεται από τις εξελίξεις. Οφείλει να αποτελεί το βασικό συστατικό της αποστολής της κυβέρνησης, και το ειδοποιό διαφοροποιό χαρακτηριστικό του ΠΑΣΟΚ, σε δύο βασικές κατευθύνσεις: (Α) στην κατεύθυνση της πολιτικής προγραμματικής συμφωνίας που διέπει την κυβερνητική λειτουργία και (Β) σε θεσμικής κατεύθυνσης αλλαγές που υπηρετούν τον παραπάνω στόχο. Και φυσικά δεν αρκούν αναφορές πολιτικού λόγου, γιατί όσο επίπλαστο είναι το «δεσμεύομαι», τόσο εύθραυστο είναι στην επίκληση «εθνικής αναγκαιότητας». 

Έστω και ψιθυριστά, το ΠΑΣΟΚ σήμερα δομεί τη συζήτηση στα εξής:
Στα ζητήματα αξιοκρατίας, ευθύνης, προγραμματισμού και οργάνωσης και δημιουργίας. 

Με την παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ αποφεύχθησαν οι οριζόντιας λογικής απολύσεις. Το κομματικό ρουσφέτι της περιόδου 2004-2009, οποιασδήποτε απόχρωσης, δεν μπορεί να έχει ίδια αντιμετώπιση με το στέλεχος του δημοσίου που προήλθε από διαδικασίες αδιάβλητες και αντικειμενικές. Και ακριβώς αυτοί που γιγάντωσαν το χρέος και το έλλειμμα εκείνη την περίοδο, δεν μπορούν να αποτελούν τη λύση στο σήμερα. 

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Η σταθερότητα της χώρας δεν είναι αδυναμία


Η πρόσφατη κυβερνητική κρίση κατέληξε στην ιστορική αναγκαιότητα του σχηματισμού δικομματικής κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, εμφανίζοντας την οξύμωρη κατάσταση δύο κομμάτων που διαθέτουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση, να καλούνται να εγγυηθούν σταθερότητα και ανάκαμψη στο πλαίσιο μίας συλλογικής αγόγγυστης προσπάθειας. 

Πράγματι, τα δύο μεγάλα κόμματα παρέβλεψαν κακοφορμισμένες καταστάσεις, εξέθρεψαν τη γραφειοκρατία ή ενίσχυσαν «ρουσφετολογικά» καθεστώτα, όμως σε αυτά οφείλεται εν πολλοίς μία ώριμη και συνεχώς αυξανόμενης συμμετοχής δημοκρατία, που πριν από 30 χρόνια φάνταζε ακόμη ζητούμενο.

Σίγουρα, σε μία ιδιότυπη ταύτιση με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ απειλείται και από τα δεξιά του και από τα αριστερά του. Όμως η μόνη ταύτιση υπάρχει στο επίπεδο της εθνικής αναγκαιότητας η χώρα να κυβερνηθεί, να διαπραγματευθεί με τους εταίρους της, να ορθοποδήσει σταδιακά. Σήμερα, με την καθημερινότητα να πολιορκείται με ένα σύνολο αναφορών σε μέτρα, περικοπές και απολύσεις, με την κοινωνία να αναμένει με αγωνία την επόμενη αποστροφή της κυβέρνησης, που συνήθως επιλέγει λύσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα, η αναφορά στην προοπτική της χώρας φαντάζει συζήτηση περιθωρίου. Και δυστυχώς αυτό είναι το μεγάλο σφάλμα μας.

Η προοδευτική έκφραση δεν μπορεί να θυσιάζεται ή να παρακάμπτεται από τις εξελίξεις. Οφείλει να αποτελεί το βασικό συστατικό της αποστολής της κυβέρνησης, και το ειδοποιό διαφοροποιό χαρακτηριστικό του ΠΑΣΟΚ, σε δύο βασικές κατευθύνσεις: (Α) στην κατεύθυνση της πολιτικής προγραμματικής συμφωνίας που διέπει την κυβερνητική λειτουργία και (Β) σε θεσμικής κατεύθυνσης αλλαγές που υπηρετούν τον παραπάνω στόχο. Και φυσικά δεν αρκούν αναφορές πολιτικού λόγου, γιατί όσο επίπλαστο είναι το «δεσμεύομαι», τόσο εύθραυστο είναι στην επίκληση «εθνικής αναγκαιότητας». 

Έστω και ψιθυριστά, το ΠΑΣΟΚ σήμερα δομεί τη συζήτηση στα εξής:
Στα ζητήματα αξιοκρατίας, ευθύνης, προγραμματισμού και οργάνωσης και δημιουργίας. 

Με την παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ αποφεύχθησαν οι οριζόντιας λογικής απολύσεις. Το κομματικό ρουσφέτι της περιόδου 2004-2009, οποιασδήποτε απόχρωσης, δεν μπορεί να έχει ίδια αντιμετώπιση με το στέλεχος του δημοσίου που προήλθε από διαδικασίες αδιάβλητες και αντικειμενικές. Και ακριβώς αυτοί που γιγάντωσαν το χρέος και το έλλειμμα εκείνη την περίοδο, δεν μπορούν να αποτελούν τη λύση στο σήμερα. 

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Η προοπτική της χώρας απαιτεί στρατηγική.




Η χώρα περνά μια περίοδο κρίσης στην οποία πρέπει να βρεθούν πόροι για να ενθαρρυνθούν οι επενδύσεις αξιοποιώντας Κοινοτικά κεφάλαια, όπως το ΕΣΠΑ και άλλα προγράμματα.

Ο πρωθυπουργός έχει ως προμετωπίδα της κυβέρνησης το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων που για πολλούς παραπέμπει έντεχνα σε μία νέα περίοδο αντίστοιχη της περιόδου του εκσυγχρονισμού της χώρας. Παρόλα αυτά οι δυο περίοδοι απέχουν παρασάγγας αφού το τότε βασικό χαρακτηριστικό της «εθνικής στρατηγικής για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και του τρόπου διοίκησης της χώρας με ταυτόχρονη αναβάθμιση του βιοτικού επίπεδου της κοινωνίας» έχει αντικατασταθεί από τη σημερινή ανεπιτυχή από άποψη αποτελεσματικότητας και χωρίς πυξίδα προσπάθεια.

Στην ουσία, αυτή την περίοδο χάνουμε χρόνο, διαιρούμε την κοινωνία, και θέτουμε διλήμματα τα οποία δεν έχουν να κάνουν με το μέλλον, αλλά με την λογιστική αντιμετώπιση του σήμερα, με αποτέλεσμα κάθε μήνα να έχουμε μια νέα υπόθεση «μεταλλείων», γιατί πολύ απλά δεν έχουμε στρατηγική.

Η Ελλάδα εδώ και χρόνια προχώρα χωρίς εθνικό σχέδιο για την ανάπτυξη, η οικονομία φυτοζωεί και το κράτος παρασιτεί στα δημόσια έργα και στα ευρωπαϊκά προγράμματα «επιδοτήσεων». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πιο πρόσφατη αναφορά σε εθνική στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη και για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στόχοι απαραίτητοι για μια σύγχρονη κοινωνία οι οποίοι, φυσικά, δεν μπορούν να υλοποιηθούν «αυτοματοποιημένα»

Η πολιτική για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι απαραίτητη, βοηθά στη δημιουργία θέσεων εργασίας, όμως για να είναι πλήρως αποτελεσματική πρέπει να συνοδεύεται από επενδύσεις στην ερευνά, στην κατασκευή εξαρτημάτων που σχετίζονται με τον κλάδο, καθώς μέχρι τώρα βοηθάμε στην εξασφάλιση θέσεων εργασίας στις χώρες από τις οποίες προμηθευόμαστε πάνελ και ανεμογεννήτριες.

Επίσης, χαρακτηριστικό παράδειγμα σήμερα, το ζήτημα των μεταλλείων χρυσού, που χρησιμοποιείται από τη μια πλευρά ως τρόπος εμφάνισης ενός αποφασιστικού πρωθυπουργού για τις μεταρρυθμίσεις, και του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αρχηγού της «αντίστασης». Χρειάζεται σαφώς «πλάνο και ευθύνη». Η αξιωματική αντιπολίτευση, τόσο αρνητική στα μεταλλεία χρυσού, δεν πρέπει να πάρει θέση για τους υδρογονάνθρακες, καθώς η εξόρυξη εγκυμονεί τραγικές συνέπειες σε περίπτωση ατυχήματος για τις ελληνικές θάλασσες;

Φυσικά, το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε ή όχι τα μεταλλεία, αλλά ποια Ελλάδα θέλουμε να δημιουργήσουμε. Θέλουμε την Ελλάδα της φυσικής ομορφιάς με βαριά βιομηχανία τον τουρισμό; Θέλουμε την Ελλάδα της πρωτογενούς παράγωγης; Θέλουμε μια Ελλάδα «όχι σε όλα»; Θέλουμε μια Ελλάδα που λέει ναι σε όλα, ζει με δανεικά και «εκποιεί» την περιουσία της για να πληρώνει επιδόματα ανεργίας ;

Αυτό είναι το πρωτεύον ζήτημα και μετά μπορούμε να κάνουμε μεταρρυθμίσεις με ορίζοντα το 2020 και όχι τον προϋπολογισμό του έτους ή τις επόμενες εκλογές. Είναι η ώρα να αποφασίσουμε για την προοπτική της χώρας, και εντός αυτού του πλαισίου να επιλέξουμε που λογαριάζουμε τους χιλιάδες νέους που έχουν φύγει στο εξωτερικό: ως έσοδα τουρισμού ή ως κεφάλαιο για την ανάπτυξη της χώρας;

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Η ΕΥΡΩΠΗ στη Γερμανική στρατηγική


Άρθρο στην εφημερίδα "Μακεδονία" 


Οι πρόσφατες αποφάσεις για την Κύπρο ανοίγουν ένα ακόμη τεράστιο θέμα στον Ευρωπαϊκό Χρηματοοικονομικό τομέα, καθώς μετά το «πρωτόγνωρο» κούρεμα των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (PSI), έρχεται το κούρεμα των καταθέσεων. Όμως πως φαίνονται αλήθεια οι Ευρωπαϊκές πολιτικές πάνω σε αυτό;

Αν από τη πλευρά της «Γερμανικής σκέψης» χρειαζόταν να αιτιολογήσουμε τις αποφάσεις της Ευρώπης, θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τον «εργατικό Γερμανό» με ένα βιομηχανικό εργάτη που ξαφνικά εισέρχεται σε μια συνάθροιση αριστοκρατών, όπου όλοι με τους «καλούς» τους τρόπους, μιλάνε με μειλίχια ηρεμία μεταξύ τους λέγοντας: “Κύριοι, το χρηματοοικονομικό μας σύστημα επτώχευσε”, πίνοντας όμως ταυτόχρονα τα ακριβότερα ουίσκι του κόσμου.

Ο βιομηχανικός εργάτης δεν ξέρει όμως από καλούς τρόπους, ούτε θέλει να μάθει: στη διάρκεια της σύντομης δεκαετίας του 2000 (2000-2008) μόχθησε, στερήθηκε και αποταμίευσε περισσότερο απ΄ όλους, αλλά συνεχώς έβλεπε τα κέρδη του να τα μοιράζεται με τους «εξυπνάκηδες» Αγγλοσάξωνες που έβρισκαν πάντα τρόπο και “καπέλωναν” τη δουλειά του μέσω του χρηματοοικονομικού συστήματος, πετυχαίνοντας υπερκέρδη. Η αποθέωση των Αγγλοσαξώνων ήταν ότι κατάφεραν να πουλήσουν στους αποταμιευτές Γερμανούς κάποια από τα σάπια χαρτιά τους (subrimes και άλλες τιτλοποιήσεις απίθανων χρηματοοικονομικών εφευρέσεων), οδηγώντας τους τελικά σε υψηλότατες ζημίες.

Όμως, φυσικά, δεν οφείλουμε να δικαιολογήσουμε, αλλά να κατανοήσουμε τη στρατηγική της Γερμανίας, ως βασικό πρώτο βήμα τακτικής αντιμετώπισής της. Οφείλουμε εμείς, ως χώρα, ανήκοντας στο τόξο του Νότου, με τις τακτικές μας επιλογές να προβλέψουμε και να προετοιμαστούμε για μελλοντικές καταστάσεις. Ακόμη και εάν ένας από τους στρατηγικούς στόχους των Γερμανών είναι να ανατρέψουν την ραντιέρικη και καζινοποιημένη αντίληψη του υπάρχοντος χρηματοοικονομικού συστήματος, οδηγώντας σε πιο παραγωγικές μορφές τοποθέτησης του χρήματος, αυτό παραμένει εικασία. Ίσως, επίσης, -ως ακόμη μία εικασία- ο στόχος των Γερμανών να απέχει πόρρω από τη στρατηγική διάλυσης της Ευρωζώνης: όμως και σε αυτό οφείλουμε να αντιπαραθέσουμε τη δική μας στρατηγική.

Σε έναν κόσμο 7 δισεκατομμυρίων ανθρώπων με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μεταφοράς πλούτου από τη Δύση εως την Ανατολή, η θελκτικότητα του Γερμανικού Μάρκου ως αποθεματικού νομίσματος, ενός κράτους 80 εκατομμυρίων, θα ήταν εφάμιλλη της θελκτικότητας της Βρετανικής στερλίνας των 60 εκατομμυρίων κατοίκων. Δηλαδή μικρή, σε αντίθεση με ένα ενιαίο ΕΥΡΩ της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ευρωπαίων, που δημιουργώντας μια τεράστια ζώνη συναλλαγών θέτει τις βάσεις για να γίνει αποθεματικό και συναλλακτικό νόμισμα διεθνώς.

Όμως παρά την πρώτη προσπάθεια αποτίμησης της στρατηγικής στόχευσης των «παραγωγών πλεονασμάτων της Ευρώπης», εμείς οφείλουμε να αντιπαραθέσουμε την παραγωγή πολιτικών για την ευρώπη της ευημερίας, της αλληλεγγύης και της συνοχής. 
Και αυτό οφείλουμε να πράξουμε.

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

«Κούρεμα» και στα επιβαρημένα νοικοκυριά

Άρθρο στην Εφημερίδα "Καρφίτσα"
http://www.marketingweek.gr/files/_data/Logos2/thumbs/karfitsa_177x.jpg 
 Το να κάνει κάποιος πρόταση και τελικά  να εφαρμόσει λύση για μια συνολική διευθέτηση των τραπεζικών δανείων στην Ελλάδα της κρίσης μπορεί να παρομοιαστεί εύκολα με τον άθλο του Ηρακλή περί του καθαρίσματος του «Κόπρου του Αυγεία». Δυστυχώς, εδώ μιλάμε πλέον για κακά (ή κόκκινα) δάνεια και γενικότερα για χρήμα που δεν μπορεί κι ενδεχομένως δεν αξίζει να πληρωθεί.

Πρώτον, πώς βγάζει χρήματα η τράπεζα: Η τράπεζα αξιολογεί και χρηματοδοτεί μια πρόταση κι ως αντάλλαγμα λαμβάνει πίσω το κεφάλαιο που παρέχει συν τους τόκους. Για να είναι σίγουρη μάλιστα, τις περισσότερες φορές υποθηκεύει ή ενεχυριάζει περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, έτσι ώστε ακόμη κι αν δεν πληρωθεί το δάνειο, εν τέλει να κερδίσει την αξία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Δεύτερον, τι θέλουν κι οι πελάτες από μια δανειακή σύμβαση: Οι πελάτες με το δάνειο επιθυμούν να χρηματοδοτήσουν άμεσα την ανάγκη τους με απώτερο σκεπτικό στο μυαλό τους ότι η χρηματοδότηση αυτή αποτελεί μια ευκαιρία σήμερα, και επομένως «αξίζει» να επιβαρυνθούν τους τόκους.

Όπως φάνηκε όμως τελικά από την εξέλιξη της κρίσης, κανένας δεν κερδίζει. Τουναντίον, χάνουν όλοι: τράπεζες, οφειλέτες, κράτος, ακόμη κι όσοι δεν έλαβαν κανένα δάνειο. Ο λόγος που χάνουν είναι ότι οι οικονομικές αξίες επί των οποίων συνήφθησαν τα δάνεια αποδείχθηκαν παραφουσκωμένες. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι οι οφειλέτες πιέζονται από μια οικονομία που όλο και συρρικνώνεται για να αποπληρώσουν φουσκωμένα δάνεια της προηγούμενης εποχής, με αποτέλεσμα να βλέπουμε ολοένα και αυξανόμενο αριθμό μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τα τραπεζικά ιδρύματα από την άλλη βλέπουν ότι κι οι εξασφαλίσεις τους (υποθήκες, ενέχυρα) χάνουν κι αυτές καθημερινά αξία, οδηγώντας σε γράψιμο ζημιών.

Ο τρίτος πυλώνας, το κράτος, οφείλει να στηρίξει τις τράπεζες που γράφουν ζημίες για την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας επιβαρύνοντας όμως το δημόσιο χρέος και τελικά τους υπόλοιπους πολίτες. Τέλος, οι λοιποί πολίτες που δεν έχουν δανεισμό πιέζονται λόγω της ευρύτερης κατάστασης, βιώνοντας άγχος για τις καταθέσεις τους (όσοι έχουν), πληρώνοντας φόρους για να στηρίξουν το κράτος που πρέπει να στηρίξει τις τράπεζες αλλά και άλλους αδύναμους πολίτες και γενικότερα ζώντας και δρώντας σε μια χειμαζόμενη οικονομία που μοιάζει να έχει μπει σε φαύλο κύκλο.
Όλοι χάνουμε σε αυτό το παιχνίδι, γιατί όλοι βρισκόμαστε στο ίδιο καράβι. Αυτό είναι ξεκάθαρο και θα πρέπει να μας οδηγήσει στο να κατανοήσουμε το ότι η ανάγκη για την βελτίωση του πλαισίου ρύθμισης όχι μόνο των υπερχρεωμένων αλλά και των  δυσβάσταχτα επιβαρημένων νοικοκυριών(είτε με κούρεμα είτε με επιμήκυνση χωρίς επιβάρυνση με επιπλέον τόκο)  είναι επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε.