Περιγραφή

Δικηγόρος
Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Νεάπολης-Συκεών
Μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Τι θα έλεγαν Keynes και Friedman για την Ελλάδα;


Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μια από τις δυσκολότερες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της. Η ύφεση και η ανεργία βρίσκονται σε τρομακτικά επίπεδα και σχεδόν το σύνολο του ελληνικού λαού βιώνει στερήσεις και προβλήματα. Μέτρα εφαρμόζονται συνεχώς με την σύμφωνη γνώμη των Ευρωπαίων εταίρων μας.  Το αποτέλεσμα όμως είναι δυσδιάκριτο, και η  κατάσταση αν δεν παραμένει στάσιμη βελτιώνεται με αργούς ρυθμούς.

Όλοι ισχυρίζονται πως η κατάσταση της Ελλάδας είναι μοναδική. Έτσι εξηγούν την λανθασμένη κατά πολλούς συνταγή. Σίγουρα όμως κάποιοι θα γνώριζαν τον τρόπο. Αυτοί οι κάποιοι δεν είναι άλλοι από τους στυλοβάτες ολόκληρης της οικονομικής επιστήμης, από τους πρεσβευτές των δύο μεγαλύτερων οικονομικών σχολών, του κεϋνσιανισμού και του μονεταρισμού. Τι θα έλεγαν λοιπόν ο John Maynard Keynes, δημιουργός του κεϋνσιανισμού, και ο Milton Friedman, μεγαλύτερος εκπρόσωπος του μονεταρισμού, αν ζούσαν σήμερα; Τι θα πρότειναν για την Ελλάδα;

Από τη μία πλευρά ο κεϋνσιανισμός, οι διδαχές του οποίου χαρακτηρίζουν τους προοδευτικούς ανθρώπους και από την άλλη πλευρά ο μονεταρισμός, συνώνυμο του οποίου αποτελεί ο νέο-φιλελευθερισμός. Και στη μέση η ανεργία και η ύφεση.

Πρόκειται για δύο αντικρουόμενες σχολές που η κάθε μία θέτει τις δικές της προτεραιότητες. Ο κεϋνσιανισμός θέτει ως προτεραιότητα το άτομο και το κοινωνικό κράτος δικαίου, και βασίζεται στο ερέθισμα που μπορεί να δώσει η κρατική παρέμβαση για τη δημιουργία ανάπτυξης και θέσεων εργασίας. Ο μονεταρισμός αντιθέτως προσβλέπει στην μεγέθυνση του πλούτου των επιχειρήσεων μέσω της ελεύθερης αγοράς και διατηρεί σκληρή στάση απέναντι στην κρατική ώθηση.

Τα δεδομένα που ισχύουν στην περίπτωση της Ελλάδας είναι συγκεκριμένα και χωρίς μεγάλο περιθώριο αμφισβήτησης. Η Ελλάδα διαθέτει έναν τεράστιο δημόσιο τομέα που μέχρι πρότινος κάλυπτε και πολλές από τις αδυναμίες του προβληματικού ιδιωτικού τομέα, έναν μικρό ιδιωτικό τομέα που κυρίως αποτελείται από πολλές μικρές επιχειρήσεις και από ελάχιστες μεγάλες, και κυρίως ένα πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος που υπερκαλύπτει το ΑΕΠ της χώρας.

Τα μέχρι τώρα μέτρα δείχνουν ολοκάθαρα πάντως την θεωρία που ενστερνίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση της ύφεσης και της ανεργίας στην Ελλάδα, και σίγουρα αυτή ενδιαφέρεται κάπως μακροπρόθεσμα για το άτομο. Η μονεταριστική θεωρία, που εφαρμόζεται εδώ, βασίζεται στην εσωτερική ανάπτυξη των επιχειρήσεων για την καταπολέμηση της κρίσης, δηλαδή στις νέες τεχνολογίες, στο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και στην επιχειρηματικότητα. Αλλά πώς θα απορροφηθεί ο τεράστιος αριθμός ανέργων από τον μηδαμινό ιδιωτικό τομέα της χώρας μας από την στιγμή που δεν υπάρχουν και ξένες επενδύσεις; Και πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο ιδιωτικός τομέας λόγω της διάρθρωσής του και της υψηλής φορολογίας συρρικνώνεται ακόμα περισσότερο! Έτσι θα βελτιωθεί η κατάσταση και θα επανέλθει η ανάπτυξη;

Μπροστά σε αυτό το χάος αντιτίθεται επάξια η θεωρία του Κέυνς που προβάλλει την επανεκκίνηση της οικονομίας μέσα από τις δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις, όχι όμως με παρεμβάσεις και σκοπιμότητες τύπου 80’s. To ερέθισμα θα έχει ως στόχο την κοινωνική ειρήνη και την οικονομική ομαλότητα που θα επιτρέψει τη στήριξη της ζήτησης, την αύξηση της κατανάλωσης και την ιδιωτική επένδυση.

Επίσης θα αποκατασταθεί και το κοινωνικό κράτος, με βάση τις ανάγκες του κάθε ατόμου εξειδικευμένα και όχι καθολικά. Όπως φαίνεται λοιπόν από τη θεωρία του Κέυνς, αν η Ελλάδα την ακολουθούσε, με στόχο την  πλήρη απασχόληση του ανθρώπινου κεφαλαίου αλλά και τη δίκαιη κατανομή του εισοδήματος μέσω φορολογικών παρεμβάσεων που μεγιστοποιούν την επένδυση και την κατανάλωση, τότε θα φαινόταν κάποια διέξοδος από την ύφεση και ταυτόχρονα θα δίδονταν μια τεράστια ανάσα στον ελληνικό λαό.

Και εδώ προκύπτει το ερώτημα: Η αναγκαιότητα να κυριαρχήσει στην Ευρώπη το προοδευτικό ρεύμα, με ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο και η ελεύθερη οικονομία να αποκτήσει μεγαλύτερη σταθερότητα, δεν είναι αυτονόητη;  Η μήπως τελικά ο νέο-φιλελευθερισμός και ο συντηρητισμός δεν είναι πλέον μόνο ένα πολιτικό ρεύμα, αλλά πανευρωπαϊκά χαρακτηριστικά που έχουν ριζώσει στις αντιλήψεις όλων των Ευρωπαίων πολιτών;


Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Η προοδευτική λογική υπαγορεύει ουσιαστικές λύσεις για τα «κόκκινα» δάνεια


Μετά το πέρας της επιτυχημένης ανακεφαλαιοποίησης των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών «φήμες» διαδίδονται για την πρόθεση της κυβέρνησης περαιτέρω υποστήριξής τους με την θεσμοθέτηση της δυνατότητας πώλησης του 20% των «κόκκινων δανείων» σε εισπρακτικές εταιρίες και με την άρση των περιορισμών στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας.

Αρχίζοντας από το πρώτο, εφόσον η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης ολοκληρώθηκε επιτυχώς, εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την σκοπιμότητά των μέτρων.

Στην Αμερική, οι ιδιωτικές τράπεζες πωλούσαν «κόκκινα δάνεια» σε άλλες ιδιωτικές τράπεζες, μέσα από την διαδικασία τιτλοποιήσεων. Αυτό συνέφερε τις πωλήτριες τράπεζες γιατί ξεφορτώνονταν από τους ισολογισμούς τους ζημιογόνα δάνεια, ενώ αυτό είχε όφελος και για τις αγοράστριες καθώς επρόκειτο για τράπεζες πιο εύρωστες οικονομικά, που προσέβλεπαν σε ενδεχόμενη ικανοποίηση του δανείου κατά ένα μέρος μελλοντικά, όταν -και εφόσον- οι δανειολήπτες θα είχαν ρευστό. Όλες όμως οι τράπεζες ήταν «συστημικές» και είχαν ενταχθεί σε μία ειδική διαδικασία συναλλαγών, όπου αποκλείονταν άλλοι μη συστημικοί παίκτες να αποκτήσουν συστημικό χρέος.

Στο παραπάνω πλαίσιο εμφανίζεται παράλογη η πώληση μέρους των κόκκινων δανείων σε ιδιωτικές εισπρακτικες εταιρίες, δηλαδή σε μη «τραπεζικά ιδρύματα συστημικού χαρακτήρα» καθώς η συνεισφορά τους στην εθνική οικονομία είναι απείρως μικρότερη συγκριτικά με ιδρύματα που έχουν επενδύσει κεφάλαια στην προσφορά τραπεζικών υπηρεσιών, ενώ περαιτέρω δε νομιμοποιούνται να αποκτήσουν χρέος ιδιωτών με αιτία που εντοπίζεται σε συναλλαγή δανειολήπτη με τράπεζα. Εξάλλου, με ποιόν αποτελεσματικότερο τρόπο –από τους υφιστάμενους- αυτές οι «ιδιωτικές εταιρίες» θα μπορέσουν να εισπράξουν το μη εξυπηρετούμενο χρέος ;

Σχετικά λοιπόν με την φημολογούμενη προσπάθεια των Τραπεζικών Ιδρυμάτων να πουλήσουν τα χρέη των στεγαστικών δανείων, που θεωρούν ότι είναι αδύνατο να εισπραχθούν, σε ιδιωτικές εταιρείες έναντι ποσοστού 20% επι της οφειλής τους, είναι απαραίτητη η θεσμοθετημένη προϋπόθεση της προηγούμενης πρότασης προς τον ίδιο το δανειολήπτη να αγοράσει την οφειλή του στο ίδιο τίμημα που έχει συμφωνηθεί με την εισπρακτική εταιρεία. Αυτή η στάση επιβάλλεται από τη δίκαιη και ηθική οπτική της προοδευτικής αντιμετώπισης του ζητήματος.

Αναφορικά με το ανακύπτον ζήτημα των πλειστηριασμών, ποιο το όφελος, αλήθεια, της άρσης των περιορισμών στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας σε αυτή την χρονική συγκυρία; Με τις τράπεζες να έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί ήδη, οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας δεν θα συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάκαμψή τους για τους εξής λόγους: (α) Τα ακίνητα δεν θα πιάσουν «την τιμή τους», καθώς είναι γνωστό πως στις αγορές η ανάγκη για ρευστό, αναγκαστικά ρίχνει τις τιμές και συνεπώς οι επώδυνοι συμβιβασμοί είναι αναπόφευκτοι. (β) Το διοικητικό και γραφειοκρατικό κόστος του πλειστηριασμού θα επιβαρύνει την ήδη «μειωμένη» τελική τιμή, καθώς οι πλειστηριασμοί κοστίζουν -περιλαμβάνουν αμοιβές επί μέρους δικηγόρων, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και το κόστος αυτό θα το επωμιστούν οι τράπεζες.

Οι περιορισμοί στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας έχουν καταρχάς θετικά αποτελέσματα, με πιο σημαντικά τη διατήρηση της τιμής της αγοράς των ακινήτων και την προστασία της αγοραστικής δύναμης των ιδιωτών, -η οποία μελλοντικά θα μπορούσε να είναι η κινητήρια δύναμη για την έξοδο από την ύφεση-. Φυσικά, η αποτροπή του τεράστιου κοινωνικού κόστους της απώλειας της πρώτης κατοικίας για τους ιδιοκτήτες και τις οικογένειές τους είναι αποφασιστικού χαρακτήρα για τη δυνατότητα της ελληνικής κοινωνίας να ορθοποδήσει, να διατηρήσει τη συνοχή της, να επιχειρήσει την ανάταση και την υπέρβαση, έστω και στο σημερινό δυσοίωνο περιβάλλον.

Η προοδευτική οπτική των σχεδιαζόμενων πολιτικών λαμβάνει υπ’ όψιν τη διεθνή πρακτική και τις ανάγκες της κοινωνίας, ουσιαστικά υπαγορεύοντας την ορθότητα των επιλογών μας, επιτρέποντας έτσι το –απαραίτητο δυστυχώς- μίγμα επιτακτικών και επίπονων μέτρων να μη στερεί στο βωμό πρόσκαιρων ωφελειών την προοπτική της κοινωνίας μας.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Οι Καθρέπτες δεν ψεύδονται…

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Καρφίτσα στις 31.08.2013

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτέλεσε για πολλά χρόνια το κυρίαρχο πολιτικό γεγονός μετά το καλοκαίρι, σηματοδοτώντας αλλαγές και εννοιολογώντας το περιεχόμενο πολλών πολιτικών επιλογών. Αποτέλεσε έναν καθρέφτη της πολιτικής ζωής και ένα βήμα μέσω του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία απευθύνεται στην κοινωνία. Αν και είναι ευρέως γνωστή για τα πομπώδη Εγκαίνια της με την παρουσία του εκάστοτε Πρωθυπουργού με τις ταυτόχρονες διαδηλώσεις στα πέριξ της εκθέσεως, η φετινή διοργάνωση θα είναι η πρώτη μετά από 14 χρόνια, που θα γίνει από τον ενοποιημένο εθνικό εκθεσιακό φορέα, ΔΕΘ ΑΕ και Helexpo ΑΕ, και θα έχει ένα σαφώς διαφορετικό χαρακτήρα.

Η Έκθεση της Θεσσαλονίκης  ξεκίνησε -ορθώς- ως ένα εμπορικό γεγονός διεθνούς ακτινοβολίας  και μετεξελίχθηκε σε ένα απαξιωμένο εμπορικό προϊόν, γνωστό κυρίως για τη σημασία του σε  Εθνικό Πολιτικό επίπεδο.

Λόγω των καιρών οφείλει να επιστρέψει στις ρίζες του, να "αποκρατικοποιηθεί".

Για μια δεκαετία και βάλε προ της έλευσης της κρίσης τα πομπώδη κρατικά και υπουργικά περίπτερα πρωταγωνιστούσαν και στρέβλωναν και τον εμπορικό και τον διεθνή χαρακτήρα της έκθεσης. Πλέον λιγότερο από παλαιότερα αλλά με την ιδιωτική πρωτοβουλία να απουσιάζει δυστυχώς.

Πλέον, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης πρέπει να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητα της ως εμπορική έκθεση των Βαλκανίων και να αποτελέσει το εργαλείο στα χέρια της πόλης για την ενίσχυση της ως επιχειρηματικό κέντρο ακόμα και σαν κέντρο σύγχρονου συνεδριακού τουρισμού στα πλαίσια ενός νέου Οικονομικού Μοντέλου Ανάπτυξης.

Στόχος της πολιτείας και των ιθυνόντων θα πρέπει να είναι η αξιοποίηση των ευκαιριών που δίδονται από τις συγκυρίες με σχεδιασμό και σοβαρότητα, καθώς και η ανάληψη της ευθύνης από τους ιδιώτες χρησιμοποιώντας τα παραδείγματα καλών πρακτικών από το εξωτερικό και υιοθέτηση για την ενίσχυση της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης. Η ΔΕΘ μπορεί να αποτελέσει ένα από τα προσφορότερα μέσα για την βιώσιμη ανάπτυξη αναλαμβάνοντας τον ρόλο της ουσιαστική και προοδευτικής προβολή της νέας και καινοτομικής επιχειρηματικότητας της χώρας.

Φυσικά η ΔΕΘ αποτελεί καλώς ή κακώς τον αντιπροσωπευτικό καθρέπτη της κατάστασης στα οικονομικής και πολιτικά πράγματα της χώρας… και οι καθρέπτες συνήθως δεν ψεύδονται…

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Πολιτικές ανάγκης και ανάγκη για πολιτικές


Η πρόσφατη κυβερνητική κρίση κατέληξε στην ιστορική αναγκαιότητα του σχηματισμού δικομματικής κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, εμφανίζοντας την οξύμωρη κατάσταση δύο κομμάτων που διαθέτουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση, να καλούνται να εγγυηθούν σταθερότητα και ανάκαμψη στο πλαίσιο μίας συλλογικής αγόγγυστης προσπάθειας. 

Πράγματι, τα δύο μεγάλα κόμματα παρέβλεψαν κακοφορμισμένες καταστάσεις, εξέθρεψαν τη γραφειοκρατία ή ενίσχυσαν «ρουσφετολογικά» καθεστώτα, όμως σε αυτά οφείλεται εν πολλοίς μία ώριμη και συνεχώς αυξανόμενης συμμετοχής δημοκρατία, που πριν από 30 χρόνια φάνταζε ακόμη ζητούμενο.

Σίγουρα, σε μία ιδιότυπη ταύτιση με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ απειλείται και από τα δεξιά του και από τα αριστερά του. Όμως η μόνη ταύτιση υπάρχει στο επίπεδο της εθνικής αναγκαιότητας η χώρα να κυβερνηθεί, να διαπραγματευθεί με τους εταίρους της, να ορθοποδήσει σταδιακά. Σήμερα, με την καθημερινότητα να πολιορκείται με ένα σύνολο αναφορών σε μέτρα, περικοπές και απολύσεις, με την κοινωνία να αναμένει με αγωνία την επόμενη αποστροφή της κυβέρνησης, που συνήθως επιλέγει λύσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα, η αναφορά στην προοπτική της χώρας φαντάζει συζήτηση περιθωρίου. Και δυστυχώς αυτό είναι το μεγάλο σφάλμα μας.

Η προοδευτική έκφραση δεν μπορεί να θυσιάζεται ή να παρακάμπτεται από τις εξελίξεις. Οφείλει να αποτελεί το βασικό συστατικό της αποστολής της κυβέρνησης, και το ειδοποιό διαφοροποιό χαρακτηριστικό του ΠΑΣΟΚ, σε δύο βασικές κατευθύνσεις: (Α) στην κατεύθυνση της πολιτικής προγραμματικής συμφωνίας που διέπει την κυβερνητική λειτουργία και (Β) σε θεσμικής κατεύθυνσης αλλαγές που υπηρετούν τον παραπάνω στόχο. Και φυσικά δεν αρκούν αναφορές πολιτικού λόγου, γιατί όσο επίπλαστο είναι το «δεσμεύομαι», τόσο εύθραυστο είναι στην επίκληση «εθνικής αναγκαιότητας». 

Έστω και ψιθυριστά, το ΠΑΣΟΚ σήμερα δομεί τη συζήτηση στα εξής:
Στα ζητήματα αξιοκρατίας, ευθύνης, προγραμματισμού και οργάνωσης και δημιουργίας. 

Με την παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ αποφεύχθησαν οι οριζόντιας λογικής απολύσεις. Το κομματικό ρουσφέτι της περιόδου 2004-2009, οποιασδήποτε απόχρωσης, δεν μπορεί να έχει ίδια αντιμετώπιση με το στέλεχος του δημοσίου που προήλθε από διαδικασίες αδιάβλητες και αντικειμενικές. Και ακριβώς αυτοί που γιγάντωσαν το χρέος και το έλλειμμα εκείνη την περίοδο, δεν μπορούν να αποτελούν τη λύση στο σήμερα. 

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Η σταθερότητα της χώρας δεν είναι αδυναμία


Η πρόσφατη κυβερνητική κρίση κατέληξε στην ιστορική αναγκαιότητα του σχηματισμού δικομματικής κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, εμφανίζοντας την οξύμωρη κατάσταση δύο κομμάτων που διαθέτουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση, να καλούνται να εγγυηθούν σταθερότητα και ανάκαμψη στο πλαίσιο μίας συλλογικής αγόγγυστης προσπάθειας. 

Πράγματι, τα δύο μεγάλα κόμματα παρέβλεψαν κακοφορμισμένες καταστάσεις, εξέθρεψαν τη γραφειοκρατία ή ενίσχυσαν «ρουσφετολογικά» καθεστώτα, όμως σε αυτά οφείλεται εν πολλοίς μία ώριμη και συνεχώς αυξανόμενης συμμετοχής δημοκρατία, που πριν από 30 χρόνια φάνταζε ακόμη ζητούμενο.

Σίγουρα, σε μία ιδιότυπη ταύτιση με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ απειλείται και από τα δεξιά του και από τα αριστερά του. Όμως η μόνη ταύτιση υπάρχει στο επίπεδο της εθνικής αναγκαιότητας η χώρα να κυβερνηθεί, να διαπραγματευθεί με τους εταίρους της, να ορθοποδήσει σταδιακά. Σήμερα, με την καθημερινότητα να πολιορκείται με ένα σύνολο αναφορών σε μέτρα, περικοπές και απολύσεις, με την κοινωνία να αναμένει με αγωνία την επόμενη αποστροφή της κυβέρνησης, που συνήθως επιλέγει λύσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα, η αναφορά στην προοπτική της χώρας φαντάζει συζήτηση περιθωρίου. Και δυστυχώς αυτό είναι το μεγάλο σφάλμα μας.

Η προοδευτική έκφραση δεν μπορεί να θυσιάζεται ή να παρακάμπτεται από τις εξελίξεις. Οφείλει να αποτελεί το βασικό συστατικό της αποστολής της κυβέρνησης, και το ειδοποιό διαφοροποιό χαρακτηριστικό του ΠΑΣΟΚ, σε δύο βασικές κατευθύνσεις: (Α) στην κατεύθυνση της πολιτικής προγραμματικής συμφωνίας που διέπει την κυβερνητική λειτουργία και (Β) σε θεσμικής κατεύθυνσης αλλαγές που υπηρετούν τον παραπάνω στόχο. Και φυσικά δεν αρκούν αναφορές πολιτικού λόγου, γιατί όσο επίπλαστο είναι το «δεσμεύομαι», τόσο εύθραυστο είναι στην επίκληση «εθνικής αναγκαιότητας». 

Έστω και ψιθυριστά, το ΠΑΣΟΚ σήμερα δομεί τη συζήτηση στα εξής:
Στα ζητήματα αξιοκρατίας, ευθύνης, προγραμματισμού και οργάνωσης και δημιουργίας. 

Με την παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ αποφεύχθησαν οι οριζόντιας λογικής απολύσεις. Το κομματικό ρουσφέτι της περιόδου 2004-2009, οποιασδήποτε απόχρωσης, δεν μπορεί να έχει ίδια αντιμετώπιση με το στέλεχος του δημοσίου που προήλθε από διαδικασίες αδιάβλητες και αντικειμενικές. Και ακριβώς αυτοί που γιγάντωσαν το χρέος και το έλλειμμα εκείνη την περίοδο, δεν μπορούν να αποτελούν τη λύση στο σήμερα.